Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Ο ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ

Σ’ έναν σκληρό, μετα-αποκαλυπτικό κόσμο, ο Χιγκ, ένας νεαρός πιλότος, και ο Μπάνγκλι, με εκπαίδευση στην επιβίωση, έχουν μετατρέψει τον χώρο ενός πρώην ιδιωτικού αεροδρομίου στο ιδανικό γι’ αυτούς καταφύγιο. Ο Χιγκ, όμως, νοιάζεται για τους άλλους και, μετά τη λήψη ενός απρόσμενου ραδιομηνύματος, ξεκινά για έναν άλλον τόπο, σε αναζήτηση επιζώντων. Και της ανθρωπιάς που πιστεύει ότι δεν έχει χαθεί για πάντα.

Πώς τελειώνει ο κόσμος; Κατά τον Πίτερ Χέλερ, συγγραφέα του ομότιτλου μυθιστορήματος που διασκεύασε για τη μεγάλη οθόνη ο Μαρκ Λ. Σμιθ («Twisters»), υπεύθυνος ήταν ένας ιός. Της γρίπης. Μολυσματικός και θανατηφόρος. Δεν υπήρχε το εμβόλιο που θα τον εμποδίσει, ούτε το φάρμακο που θα τον καταπολεμήσει. Η διάδοσή του στην κοινότητα ήταν ταχύτατη, η ασθένεια που προκάλεσε ανίατη. Αφάνισε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και μόλυνε πολλούς από τους επιζώντες με μία σπάνια νόσο του αίματος.

Με νωπή ακόμη την εμφάνιση του Covid-19 και τις επιπτώσεις της πανδημίας που προκάλεσε, ο νους πηγαίνει αμέσως στον κορωνοϊό. Μόνο που το μυθιστόρημα του Χέλερ γράφτηκε το 2012, πολύ πριν την καταγραφή των πρώτων συμπτωμάτων της πρόσφατης φονικής νόσου που τόσο μας ταλαιπώρησε. Παρ’ όλα αυτά, οι επιπτώσεις του ιού που επινόησε η φαντασία του ήταν ολέθριες. Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο και δεν γνωρίζω αν δίδονται σ’ αυτό πληροφορίες για τον ιό, την εμφάνισή του, τον τρόπο μετάδοσής του ή τις προσπάθειες αντιμετώπισής του. Φαντάζομαι πως όχι. Αν, όμως, ο συγγραφέας αναλίσκεται σε τέτοιου είδους περιγραφές, σαφώς και ο σεναριογράφος τις αγνόησε. Διότι αυτό που τον ενδιέφερε είναι οι επιπτώσεις. Το πώς θα είναι ο κόσμος μετά την καταστροφή. Δηλαδή, η «ουσία» της ιστορίας του Χέλερ. Μιας ιστορίας για τη μοναξιά και την επιβίωση κατ’ αρχάς, για την ελπίδα και την αγάπη στη συνέχεια. Βρισκόμαστε πολύ μακριά και από τον βαθιά τρομακτικό κινηματογράφο ενός Τζορτζ Ρομέρο (οι ταινίες του με τους ζωντανούς νεκρούς) ή από τον ζοφερό πρωτογονισμό και την απελπισία ενός Τζορτζ Μίλερ («Mad Max: Ο Εκδικητής της Νύχτας»), για να αναφέρω δύο μόνο από τις πολλές ανάλογες κινηματογραφικές περιπτώσεις δυστοπικού εγγύς μέλλοντος.

Η ταινία ξεκινά μ’ έναν άνθρωπο κι έναν σκύλο. Είναι ο Χιγκ (Τζέικομπ Ελόρντι), ένας νεαρός πιλότος, και ο πιστός του Τζάσπερ. Αν οι εικόνες του ερημωμένου και κατεστραμμένου χώρου όπου βρίσκεται το (χωρίς έλικα) μονοκινητήριο αεροσκάφος του βάζει τον θεατή σε υποψίες, οι εικόνες από ψηλά, στην πτήση που ακολουθεί, εδραιώνουν την πεποίθηση. Κάτι δεν πάει καλά στον κόσμο. Η προσγείωση και ό,τι έπεται αυτής το επιβεβαιώνουν, η δε συνάντηση με τον αδίστακτο λεηλάτη και η σύντομη στιχομυθία ανάμεσα στους δύο άνδρες δίνουν τις αναγκαίες εξηγήσεις. Η Γη έχει σχεδόν αφανισθεί, οι επιζώντες είναι ελάχιστοι, η επιθυμία του ισχυρότερου είναι Νόμος.

Η επιστροφή στο σημείο αναχώρησης εισάγει στην αφήγηση έναν ακόμη χαρακτήρα: τον Μπάνγκλι (Τζος Μπρόλιν), έναν άνδρα μεγαλύτερο σε ηλικία, με στρατιωτική εκπαίδευση, πειθαρχημένο και σκληρό. Που χρησιμοποιεί το όπλο του για να προστατεύσει το σπιτικό του, στέλνοντας… στον άλλο κόσμο όποιον κάνει το μοιραίο για εκείνον λάθος να μπει στην αυλή του. «Πρώτα πυροβολείς, μετά ρωτάς!». Τα πιστεύω του δεν διαφέρουν και πολύ από εκείνα των πρώτων αποίκων της Άγριας Δύσης. Ο Μπάνγκλι είναι το φιλαράκι του Χιγκ, αλλά οι δύο άνδρες δεν είναι και ομοϊδεάτες: ο Χιγκ φροντίζει μία κοινότητα Μεννονιτών, πιστεύει ότι υπάρχουν και άλλοι φιλήσυχοι και ειρηνικοί επιζώντες, ελπίζει σ’ ένα καλύτερο αύριο. Ο Χιγκ είναι συμπονετικός σ’ έναν κόσμο που έχει χάσει την ανθρωπιά του. Και είναι πρόθυμος να κατευθυνθεί προς το άγνωστο, με… Cessna την ελπίδα. Θέλει να χαρεί τη ζωή του, ξέρει να επιδιορθώνει πράγματα (ήταν μηχανικός), δεν του αρέσει να σκοτώνει. Αυτό που δεν ξέρει είναι ότι αναζητά αγάπη (για να ξεπεράσει τον χαμό της γυναίκας του) – και θα την βρει σ’ ένα ranch, απομονωμένο κάπου στα ορεινά, μέσα σ’ ένα φαράγγι, στο πρόσωπο της ανοιχτόκαρδης Σίμα (Μάργκαρετ Κουέιλι), η οποία ζει τη δική της μοναξιά, χωρίς να έχει χάσει την καλοσύνη της, έχοντας ως συντροφιά τον καχύποπτο και δύσπιστο πατέρα της, Ποπς (Γκάι Πιρς).

Μπορεί η αφήγηση του Ρίντλεϊ Σκοτ να είναι αργή, ήρεμη και περιγραφική, με περιστασιακές βίαιες εκρήξεις, αλλά οι εικόνες του έχουν έναν λυρικό χαρακτήρα και μια σκληρότητα, στοιχεία αντίστοιχα των εικόνων των γουέστερν του Τζον Φορντ. Από το ο-σκύλος-είναι-ο-καλύτερος-φίλος-του-ανθρώπου μοτίβο σ’ εκείνο του η-γυναίκα-είναι-η-καλύτερη-σύντροφος-ενός-άνδρα και από τη μοναχική διαβίωση σ’ ένα απομονωμένο φυσικό περιβάλλον στη συλλογική ζωή εντός μιας οργανωμένης κοινότητας, ο σκηνοθέτης (όπως και ο συγγραφέας, θέλω να πιστεύω) εν πολλοίς διηγείται την κοινωνική ιστορία του, παραλλαγή ενός γνωστού θέματος, με όρους γουέστερν. Μας λέει (και μας το παρουσιάζει) ότι ένας μετα-αποκαλυπτικός κόσμος πρέπει να (ξανα)κατακτηθεί, να ειρηνεύσει και να μετατραπεί σ’ έναν επίγειο Παράδεισο. Μία ελεύθερη ανθρώπινη κοινωνία έχει ανάγκη από σωστές βάσεις (όχι σαν τις σαθρές, απολυταρχικές του Grand Junction) και φροντίδα (ιατρική, πρώτα απ’ όλα), και οι άνθρωποι πρέπει να έχουν πίστη και να επιθυμούν τη λύτρωση. Είπε κανείς ότι «Ο Αστερισμός του Σκύλου» δεν είναι μία αμερικανο-πατριωτική ταινία;

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/the-dog-stars/ ανήκει στο FreeCinema .