
Καθώς ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος μπαίνει στην κρίσιμη και τελική καμπή του, ο στρατηγός Ντε Γκωλ προσπαθεί αφενός να συσπειρώσει την κατακερματισμένη γαλλική αντίσταση, αφετέρου να κατοχυρώσει τα συμφέροντα της ελεύθερης Γαλλίας, τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Παρόλο που τα «Προς την Ελευθερία» και «Η Ώρα της Αντίστασης» αποτελούν κατ’ ουσία μία ταινία που εξαιτίας της πεντάωρης (και βάλε…) συνολικής της διάρκειας «κόπηκε» σε δύο μέρη, η διαφορά προσέγγισης ανάμεσά τους είναι εμφανής. Οι σχεδόν… «θαυματοποιές» ικανότητες του Ντε Γκωλ από το πρώτο φιλμ έχουν μετατραπεί εδώ σε ατόφια πολιτική ευφυΐα, το αλάνθαστο αισθητήριο της οποίας οδήγησε τη Γαλλία όχι μόνο στη στρατιωτική απελευθέρωση από τους Ναζί, αλλά (ακόμα περισσότερο) και στη διασφάλιση της κυρίαρχης ανεξαρτησίας της χώρας στον ψυχροπολεμικό κόσμο που αναδύθηκε μετά το πέρας του πολέμου. Η αγιογράφηση του Γάλλου ηγέτη και ο υπέρμετρος πατριωτισμός (στα όρια του σωβινισμού) ασφαλώς καλά κρατούν, όπως και η αίσθηση πως τα δύο μέρη του «Ντε Γκωλ» δεν προορίζονταν για τις κινηματογραφικές αίθουσες αλλά για τους τηλεοπτικούς δέκτες (υπό μορφή mini series), με το «επικό» στοιχείο της παραγωγής να περιορίζεται αποκλειστικά στη… διάρκεια.
Καθώς ξεδιπλώνεται το αφηγηματικό νήμα (με αφετηρία τη μάχη του Κσαρ Γκιλάν στην έρημο της Τυνησίας, στις αρχές του 1943), κάπου γίνεται φανερό πως ο «διαμελισμός» της ταινίας δεν έγινε τόσο με κριτήρια «Αντίστασης» και «Ελευθερίας» ως προς τους Ναζί, αλλά ως προς τον ίδιο τον Ντε Γκωλ και τις σχέσεις του με τον στρατάρχη Πετέν (στην πρώτη περίπτωση) και τον Πρόεδρο Ρούσβελτ (στη δεύτερη)! Είναι, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακό πως σε ένα τέτοιο έπος περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν υπάρχει (ούτε για δείγμα) ένας χαρακτήρας από το μέτωπο των κατακτητών Ναζί, δημιουργώντας την (αφελή) εντύπωση πως οι Γάλλοι πολεμούσαν είτε αναμεταξύ τους είτε τους συμμάχους τους! Υπό αυτό το πρίσμα, το μεγαλύτερο διακύβευμα του «Προς την Ελευθερία» είναι η έγκαιρη αντιμετώπιση της συνεχούς μηχανορραφίας από πλευράς Προέδρου Ρούσβελτ (με την αγαστή συνεργασία του Γουίνστον Τσόρτσιλ), ο οποίος επιθυμούσε τον διαμελισμό της Γαλλίας και την δορυφορικού τύπου ένταξη της χώρας στην (μεταπολεμική) αμερικανική σφαίρα επιρροής (λειτουργώντας εν πολλοίς ως ανάχωμα σε Γερμανούς και… κομμουνιστές). Πράγματι, το «Σχέδιο Βαλονία» είχε συζητηθεί ανεπίσημα μεταξύ Αμερικανών και Άγγλων αξιωματούχων, μέχρι όμως τα δήθεν ταχυδακτυλουργικά του Ντε Γκωλ (που εν τέλει το απέτρεψαν) η απόσταση είναι τεράστια.
Το πολιτικό «poker» ανάμεσα σε Ντε Γκωλ, Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ (με τέταρτο μέλος της παρέας τον αφελέστατο στρατηγό Ζιρό), παρά τις πολλές σεναριακές ελευθερίες του, στέκει ως το πλέον ενδιαφέρον και κατατοπιστικό μέρος του φιλμ. Τόσο το κατεξοχήν πολεμικό κομμάτι στη Βόρεια Αφρική (με ηγέτη τον στρατηγό Λεκλέρ), όσο και το «κατασκοπικό» σε σκοτεινά δωμάτια του Παρισιού και άλλων πόλεων (όπου τα νήματα κινούσε ο Ζαν Μουλέν), λειτουργούν με τρόπο αποσπασματικό, πασχίζοντας να συνδεθούν με τις αμέτρητες και κομβικές διαβουλεύσεις σε Γουόσινγκτον, Λονδίνο, Αλγέρι και Καζαμπλάνκα (οι οποίες συνήθως καταλήγουν στην επωδό… «έχω μια ιδέα»). Η ένθεση αποσπασμάτων από επίκαιρα της εποχής για την Απόβαση της Νορμανδίας και τη Μάχη του Παρισιού υπογραμμίζουν την ουσιαστική φτώχεια της παραγωγής (το τεράστιο budget των 80.000.000 ευρώ ούτε εδώ φαίνεται!), όμως, στα θετικά πρέπει να προσμετρήσει η εγκατάλειψη του εύθυμου τόνου που χαρακτήριζε το πρώτο μέρος και που έδινε έναν (κατά λάθος) τόνο παρωδίας στα δρώμενα (βοηθά πολύ και ο… περιορισμένος χρόνος εμφάνισης του Σάιμον Ράσελ Μπιλ ως Γουίνστον Τσόρτσιλ).
Αυτό που προκύπτει ως βασικό συμπέρασμα από το σύνολο του «Ντε Γκωλ» δια χειρός Αντονέν Μποντρί είναι πως ο Γάλλος ηγέτης είχε καταρρίψει τη διάκριση μεταξύ της προσωπικής του θέσης και της πατρίδας του, εκλαμβάνοντας κάθε προσβολή ή υποτίμηση του ιδίου ως εχθρική πράξη ενάντια στη Γαλλία. Μοιάζει παράλογο και ματαιόδοξο, εν τούτοις, ενίοτε δείχνει πειστικό και (τηρουμένων των αναλογιών) απαραίτητο. Κρίμα που στο πανί εμφανίζεται τόσο ψόφιο και ελάχιστα ψυχαγωγικό.


