Πολύ θετικό να γίνονται απόπειρες «εξερεύνησης» των κινηματογραφικών ειδών από την ελληνική παραγωγή (πόσω μάλλον με σύγχρονη θεματολογία), όμως, κάπου πρέπει να τηρούνται και κάποιοι βασικοί κανόνες. Όπως: α) να υπάρχει ένα σενάριο με πλοκή που θα στέκει και β) τόσο ο σεναριογράφος όσο και ο σκηνοθέτης να γνωρίζουν το genre το οποίο πρόκειται να υπηρετήσουν, μη σας πω και να έχουν αποφασίσει με σαφήνεια ποιο θα είναι αυτό. Στη «Βαλίτσα» και τα δύο «προαπαιτούμενα» είναι… αμφιλεγόμενα.
Κουβαλώντας την πείρα της σεναριογράφου των πιο… γυναικείων (και όχι απαραίτητα πετυχημένων) κωμωδιών του Νίκου Περάκη, η Κατερίνα Μπέη επιστρέφει σε αυτό το στυλ αναμειγνύοντας έντονα το στοιχείο του παρεΐστικου καταστασιακού με την crime υποπλοκή, συνταγή η οποία μετέτρεψε σε τεράστιο σουξέ το τηλεοπτικό «Στο Παρά 5» του Γιώργου Καπουτζίδη. Βλακωδώς, αν ρωτάτε κι εμένα, όμως, άλλη φάση η ελληνική TV (και το κοινό της…). Στη «Βαλίτσα» παίζει κύριο ρόλο η γυναικοπαρέα και το «κλειδί» του μυστηρίου είναι μία ευμεγέθης τσάντα που ταυτίζεται μ’ ένα κάποιο εγκληματικό background.
Όταν η τσάντα… «πολλαπλασιάζεται» σε μία με τα χαρτονομίσματα και σε μία με… κιλοτάκια, το clue φλερτάρει με κάτι το πιο κωμικά παρεξηγήσιμο μυθοπλαστικά, όμως, η Μπέη δεν το «ντύνει» με τα απαραίτητα φαρσικά στοιχεία που (για παράδειγμα) οδηγούσαν το «Μια Τρελή, Τρελή Καταδίωξη» (1972) του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς στην απογείωση του γέλιου. Το παιχνίδι με τις λάθος τσάντες εδώ καταλήγει να έχει ελάχιστη σημασία, καθώς τα (εν πάση περιπτώσει, κάπως δημιουργικά στο πλαίσιο της αφήγησης) flashback του point of view του κάθε χαρακτήρα του φιλμ πλέκουν έναν ιστό μυστηρίου (τραγικά ασύνδετου είναι η αλήθεια) που περιβάλλει χώρο και χρόνο εις βάρος… της κωμωδίας.
Με την πλοκή να μην καταφέρνει να ταιριάξει τόσο με το συγκεκριμένο φιλμικό είδος, ο Δημήτρης Παπαθανάσης βάζει ένα επιπλέον χεράκι… αστοχίας πίσω από τις κάμερες, επαναλαμβάνοντας αυτό ακριβώς που είχα γράψει για το μικρού μήκους του «Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει», το οποίο είχαμε δει το καλοκαίρι ως μέρος του «σπονδυλωτού» πειράματος «Ελλάδα 3.0»: «το στυγερό χιούμορ της γραφής δεν συναντάται ιδανικά με την (λάσκα και άρρυθμη) τονικότητα της σκηνοθεσίας». Με άλλα λόγια, η «Βαλίτσα» δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει να είναι. Διότι με την κωμωδία δεν κάνει καλή παρέα και ούτε συμφέρει να ταυτιστεί τόσο μαζί της…
Το αποτέλεσμα κάπως τα φέρνει βόλτα στο να ξεφεύγει από την τηλεοπτικίλα, υπάρχουν στιγμές που είναι ευχάριστες, υπάρχουν όμως και πολλές που καταντούν δυσάρεστα περιττές (όπως σχεδόν το σύνολο των σκηνών στο αστυνομικό Τμήμα!), με το φινάλε να προσπαθεί απεγνωσμένα να βγάλει νόημα και να συνδέσει (ή να δικαιολογήσει) πρόσωπα και καταστάσεις. Χρηματισμός δημοσιογράφου, μωρά για υιοθεσία, ΜΚΟ ως «βιτρίνα» αξιόποινων πράξεων, βλάκας γκόμενος με όπλο, αστυνομικός που «δάγκωσε τη λαμαρίνα» και πόσα ακόμη… ξεκάρφωτα; Είναι σαν να έχεις πάρει πτήση κι εσύ να φτάνεις στον προορισμό σου, αλλά η… βαλίτσα σου να βρίσκεται στην άλλη άκρη του κόσμου.

