Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Η ΦΗΜΗ

Κάποτε φέρελπις ποιητής της νεοϋορκέζικης σκηνής, νυν άσημος ταχυδρομικός υπάλληλος ξετρυπώνεται από νεανική λογοτεχνική ομάδα, τα μέλη της οποίας δηλώνουν μεγάλοι θαυμαστές του. Μπορεί, άραγε, η καλλιτεχνική αναγνώριση να έρθει με καθυστέρηση… πενήντα ετών;

Κατά τη γνώμη μου, σοβαρά μεγάλο μέρος των ανθρώπων που καταπιάνονται με τις Τέχνες διακατέχονται από ένα ποσοστό ματαιοδοξίας. Σε άλλους μπορεί να είναι μεγαλύτερο, σε άλλους μικρότερο, σε κάποιους μπορεί τα σημάδια της να εμφανίζονται από νωρίς, σε κάποιους άλλους τα «συμπτώματα» ενδεχομένως να αργούν να παρουσιαστούν, όμως, ο σπόρος της «ασθένειας» φύεται στους περισσότερους εξ αυτών, περιμένοντας απλά να διαμορφωθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να φουντώσει. Ο Εντ Σάξμπεργκερ στα νιάτα του μάλλον δεν είχε εμφανίσει ανάλογες τάσεις. Στα γεράματα, εν τούτοις, με την (όψιμη) φήμη να του χτυπάει την πόρτα, δείχνει πως η ώρα του να κολυμπήσει στα νερά της κενοδοξίας και του ναρκισσισμού έφτασε. Ή μήπως απλά παρασύρθηκε;

Βασισμένο σε νουβέλα του Αυστριακού συγγραφέα Άρτουρ Σνίτσλερ, το έργο μεταφέρει την πλοκή από τη Βιέννη των τελών του 19ου αιώνα στη σύγχρονη Νέα Υόρκη έχοντας διπλό στόχο: από τη μία να εξετάσει την καλλιτεχνική έπαρση και από την άλλη να σατιρίσει την κενότητα της δήθεν «εναλλακτικής κουλτούρας» της εποχής μας. Σε αυτό το πλαίσιο συστήνει τον Σάξμπεργκερ, έναν μοναχικό υπάλληλο των αμερικανικών ταχυδρομείων, ο οποίος στα τέλη της δεκαετίας του ‘70 είχε εκδώσει μια ποιητική συλλογή (για την οποία είχαν γραφτεί κάποιες αράδες στις τότε λογοτεχνικές στήλες), πλην όμως… ξεχάστηκε σχεδόν αμέσως. Η μονότονη καθημερινότητά του ανατρέπεται όταν μια ομάδα εικοσάρηδων «διανοούμενων» τον ανακαλύπτει τυχαία. Γοητευμένοι από μια ρομαντική, σχεδόν κωμική εξιδανίκευση του παρελθόντος, τον ανακηρύσσουν «παραγνωρισμένη ιδιοφυία», εντάσσοντάς τον (ως τιμώμενο πρόσωπο) στον κύκλο τους. H «επιστροφή» του Εντ στα διανοουμενίστικα στέκια του Γκρίνουιτς Βίλατζ του ξυπνά αναμνήσεις ενός «μεγαλείου» που ουσιαστικά ουδέποτε γεύτηκε, δημιουργώντας του παράλληλα την ψευδαίσθηση πως (έστω) με καθυστέρηση η ώρα της φήμης (του) έφτασε.

Το γεγονός πως κατά βάθος τα νεαρά μέλη της «Λέσχης Ενθουσιασμού» (όπως αποκαλούν την ομάδα τους!) δεν είναι παρά ένα τσούρμο από δήθεν ψαγμένους intellectuals, το πάθος των οποίων για τη λογοτεχνία περιορίζεται στην ανάγκη τους για διαρκές «περιεχόμενο», δείχνει εξαρχής πως η παρουσία του Εντ δίπλα τους είναι πιο σημαντική γι’ αυτούς παρά για τον ίδιο. Κινούμενοι κάπου ανάμεσα στους hipsters και τους influencers, αντιμετωπίζουν τον «φημισμένο» Σάξμπεργκερ περισσότερο ως κάποιο vintage έκθεμα παρά ως ποιητή, αντλώντας από αυτόν την αυθεντικότητα που οι ίδιοι στερούνται, καθώς τους έχει απορροφήσει η επιδερμική κουλτούρα των social media και η οικονομική άνεση που απλόχερα τους χαρίζει το πλούσιο οικογενειακό τους περιβάλλον.

Ενώ, όμως, η πρώτη επαφή του Εντ με τη λατρευτική προς αυτόν «αίρεση» δημιουργεί συνθήκη εύστοχης σάτιρας της ελιτίστικης έπαρσης, οι πτυχές της οποίας επηρεάζουν όλους τους τομείς καθημερινότητας του αντικειμένου λατρείας (και ειδικότερα τις σχέσεις του με τη «μπασκλασαρία» των καλών του φίλων), το στόρι αρκείται σ’ αυτό ανακυκλώνοντας επί της ουσίας το αρχικό σεναριακό εύρημα. Η αιχμηρότητα παραχωρεί τη θέση της στη φλυαρία και η εσωστρέφεια σε μια άτσαλη αισθηματική υποπλοκή (ανάμεσα στον Εντ και την κάτι σαν flapper της νεανικής παρέας), καταδεικνύοντας πως τούτη η διανοουμενίστικη λογοτεχνική λέσχη περισσότερο ως καρικατούρα στέκει, παρά ως πραγματική «απειλή» για την εσωτερική ηρεμία του άλλοτε ποιητή.

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/late-fame/ ανήκει στο FreeCinema .