Δεκαεξάχρονος γιος καλοβαλμένης αστικής οικογένειας επιλέγει να περάσει το καλοκαίρι του όχι αράζοντας στη ραστώνη της Νότιας Γαλλίας, αλλά δουλεύοντας ως εργάτης σε οικοδομή. Η γνωριμία του με Ουκρανό συνάδελφο τον αναστατώνει, δοκιμάζοντας τις σχέσεις του με τους πάντες.
Το «Εnzo» ήταν προγραμματισμένο ν’ αποτελέσει τη νέα ταινία του Λοράν Καντέ, όμως, ο καρκίνος τον πρόλαβε πριν καν ξεκινήσουν τα γυρίσματα. Εις ένδειξη μνήμης και σεβασμού, ο μόνιμος συνεργάτης του, Ρομπέν Καμπιγιό, ανέλαβε να ολοκληρώσει το έργο του καλού του φίλου, γυρίζοντας για λογαριασμό του το φιλμ. Ως εκ τούτου, το όνομα του μακαρίτη Καντέ φιγουράρει πρώτο στα credits της ταινίας, με εκείνο του Καμπιγιό να έπεται αποτίνοντας φόρο τιμής στον εμπνευστή του εγχειρήματος. Δεν γνωρίζω εάν η προσπάθεια του δεύτερου να μπει στα παπούτσια του πρώτου έπαιξε κάποιο ρόλο, αλλά όπως και να ‘χει το «Enzo» μοιάζει (όπως και ο ήρωάς του…) βαθιά μπερδεμένο. Επιχειρώντας να διηγηθεί μια τυπική ιστορία ατίθασης ενηλικίωσης, βρίσκεται να καταπιάνεται με το ταξικό χάσμα, τη σεξουαλική αφύπνιση, την ομοφυλοφιλία και το… πολεμικό καθήκον απέναντι στην πατρίδα, χάνοντας σταδιακά κάθε νόημα και ουσία.
Ο Καμπιγιό (ή ίσως ο Καντέ) απεικονίζει τον έφηβο Ενζό ως κάποιου είδους «επαναστάτη», μόνο που αυτός δεν έχει καμία απολύτως αιτία για να επαναστατήσει. Οι εύποροι, καλλιεργημένοι γονείς του είναι στοργικοί άνθρωποι που δείχνουν να διαθέτουν αρκετή υπομονή και κατανόηση ώστε να συμβιβάζονται με τη γενικότερη άρνησή του, χαρακτηριστικό που τον έχει κάνει να δείχνει πως δεν θέλει τίποτα από κανέναν. Ο Ενζό είναι έξυπνος, αλλά δεν επιθυμεί να επιστρέψει στο σχολείο. Μοιάζει να έχει ταλέντο στη ζωγραφική, αλλά δεν θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη. Είναι αγαπητός από τους φίλους του μεγάλου του αδελφού, αλλά συμπεριφέρεται με τρόπο αλλοπρόσαλλο απέναντί τους. Κατά τα φαινόμενα, λοιπόν, δεν είναι παρά ένα δυστυχισμένο αγόρι, που παρά την άνετη ζωή που οι γονείς του μπορούν να του παρέχουν, παλεύει αφενός να βρει την προσωπική του ταυτότητα και αφετέρου να κατασταλάξει με την σεξουαλικότητά του.
Αμφότερα, εν τούτοις, πλασάρονται με τρόπο που δεν υπαγορεύουν πραγματική ενδοσκόπηση παρά άκρατο… κωλοπαιδισμό! Διότι ο Ενζό δεν έμοιασε (σε μένα, τουλάχιστον) ως κάποιος δεκαεξάρης που ψάχνει απεγνωσμένα μόνος του τις (όποιες) απαντήσεις στα διλήμματά του, αλλά σαν ένα κακομαθημένο αγόρι το οποίο εκμεταλλεύεται την ανοχή των γύρω του. Η γενικότερη ασάφεια που χαρακτηρίζει τις προθέσεις του καταλήγει να υπονομεύει και το βασικότερο «διά ταύτα» του στόρι. Η ομοφυλοφιλική τάση του Ενζό, που ξεπροβάλει άπαξ της φιλικής διάθεσης που δείχνει προς αυτόν ο Βλαντ, είναι εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο είναι αληθινή, με την πιθανότητα ν’ αποτελεί ακόμη ένα αντιδραστικό τερτίπι του να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Άλλωστε, η εσωτερική του «αναταραχή» παραμένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, με τον ίδιο να μένει να την κοιτά από απόσταση, αρνούμενος να βουτήξει μέσα της.
Ως εκ τούτου, το queer στοιχείο μοιάζει κάπου με «υποχρεωτική» προσθήκη (ωσάν το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα των… δύο σκηνοθετών του φιλμ), η οποία συν τοις άλλοις χάνεται ανάμεσα στα θέματα τάξεων, χάσματος γενεών και (του πλέον άσχετου με το όλο κλίμα) πολέμου στην Ουκρανία (!). Σε ό,τι αφορά τις οικογενειακές σχέσεις και συγκρούσεις, κάπως καταφέρνει να σταθεί, ειδικά σε ότι έχει να κάνει με την αντιμετώπιση του Ενζό από τους γονείς του. Σε όλα τα υπόλοιπα, το αποτέλεσμα προκύπτει όχι κακό, αλλά πλήρως ανώφελο, με (κλασικό, πια) bonus την προσεκτικά επιλεγμένη… μη ολοκλήρωση του στόρι. Από όλες τις μανιέρες του σύγχρονου art-house, το ξεκρέμαστο φινάλε είναι το πλέον κουραστικό.

