
Είναι υπάλληλοι στο ίδιο μαγαζί. Κάθε μέρα άρα μαζί. Και πολλές μέρες μαζί και μετά τη δουλειά. Αλλά συνήθως με την παρέα τους, σπανίως μόνοι, και ποτέ ως τώρα σε πλαίσιο άλλο από το φιλικό, από το πολύ στενά φιλικό. Εξωτερικευμένα τουλάχιστον. Γιατί ο Μπέαρ εσωτερικά βασανίζεται. Είναι ερωτευμένος με τη Νίκι και θέλει επιτέλους να της το πει. Αν όμως της το πει και εκείνη δεν είναι στο ίδιο μήκος κύματος, τότε η Νίκι μπορεί να νιώσει αμήχανα, περίεργα, μπορεί να αρχίσει να απομακρύνεται από τη ζωή του. Και πώς να το αντέξει αυτό; Ο Μπέαρ έχει με τη Νίκη εμμονή. Κάτι του προσφέρει το μεταξύ τους στάτους (τη διαρκή παρουσία της, την μεταξύ τους αλληλεπίδραση, τη μεταξύ τους σχέση, το δυνατό χτύπημα της καρδιάς του), σε κάτι τον βασανίζει (πάλι το δυνατό χτύπημα της καρδιάς του). Έχει μάθει να ζει σε αυτή τη ζώνη, έχει συνηθίσει αυτό το πράγμα που είναι και δεν είναι, αλλά θα μπορούσε και να είναι.
