Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Χωρίς τον Ντε Γκωλ – ΤΟ ΒΗΜΑ

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή

Την πρώτη εβδομάδα της παρουσίας της στα αθηναϊκά σινεμά, η ταινία «Ντε Γκωλ: Η ώρα της αντίστασης» έκοψε 579 εισιτήρια. Εμεινε στις αίθουσες συνολικά τρεις εβδομάδες και αμφιβάλλω αν έφτασε τα 1.500 εισιτήρια. Πριν από μία εβδομάδα και κάτι βγήκε το δεύτερο μέρος της, «Ντε Γκωλ: Προς την ελευθερία». Δύσκολα θα κόψει πιο πολλά. Και ας είναι αυτή η δεύτερη καλύτερη από την πρώτη: όποιος δεν έκρινε απαραίτητο να δει το πρώτο μέρος, δεν ξέρω γιατί θα πάει να δει το δεύτερο.

Και οι δύο ταινίες έχουν ως θέμα τις περιπέτειες του θρυλικού γάλλου στρατηγού του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πρώτη αρχίζει με την αυτοεξορία του στο Λονδίνο, η δεύτερη ολοκληρώνεται τον Νοέμβριο του 1944, όταν αυτός και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ αποδίδουν τιμές στους πεσόντες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου την ημέρα της Ανακωχής, στην άρτι απελευθερωθείσα γαλλική πρωτεύουσα.

Και οι δύο ταινίες (μπορούμε να πούμε ότι είναι πολιτικές ταινίες με θέμα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή απλά να τις αποκαλέσουμε «πατριωτικά δράματα») στο είδος τους είναι σπουδαίες. Ναι, έχουν κάποιες μικροαδυναμίες που από αυτού του είδους τις ταινίες δεν μπορούν να λείπουν. Ο ήρωας, για παράδειγμα, είναι ένας σχεδόν αψεγάδιαστος πατριώτης – ένας σπάνιος εθνικός ηγέτης.

Ολοι οι υπόλοιποι (από τον Τσόρτσιλ μέχρι τον Ρούσβελτ και από τον στρατηγό Αϊζενχάουερ μέχρι τον στρατηγό Λεκλέρ) είναι κομμάτι κατώτεροί του, αλλά ποιο είναι το πρόβλημα; Σημασία έχει πως η δράση είναι καταιγιστική, οι ερμηνείες καλές, η ιστορική αναπαράσταση άψογη, τα σκηνικά και τα κουστούμια σπουδαία. Κι όμως, όλα αυτά στην Ελλάδα δεν έπεισαν κανέναν να δει τις δύο ταινίες πέρα από ένα ελάχιστο κοινό που είμαι βέβαιος ότι τις καταευχαριστήθηκε.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το εγχώριο κοινό αρνείται να δει μια τέτοιου είδους ταινία. Αν νομίζετε ότι αυτό στην προκειμένη περίπτωση συνέβη διότι ο Ντε Γκωλ δεν είναι συμπαθής γιατί π.χ. μπορεί να θεωρείται δεξιός, και πέρυσι την ιταλική ταινία «Μπερλινγκουέρ: Η μεγάλη ελπίδα» με θέμα τη ζωή του ιστορικού ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας την είδαν ελάχιστοι. Ελάχιστοι είδαν στις αρχές της χρονιάς και το «Μεγαλείο» του Πάολο Σορεντίνο με θέμα τις τελευταίες ημέρες ενός ιταλού Προέδρου της Δημοκρατίας – την έμπνευση στον σκηνοθέτη έδωσε ο Σέρτζιο Ματαρέλα. Και ακόμα πιο λίγοι είδαν την περασμένη άνοιξη τον θεαματικότατο «Μάγο του Κρεμλίνου», στον οποίο περιγράφεται η ανέλιξη στην εξουσία του Βλαντίμιρ Πούτιν και του στενού κύκλου του.

Θα έλεγα πως είναι κανόνας το κοινό να μη βλέπει πολιτικές ταινίες αν αυτές δεν διαδραματίζονται στις ΗΠΑ ή έστω στο Ηνωμένο Βασίλειο. Και δεν το λέω τυχαία. Ολες τις ταινίες με θέμα τους πολιτικούς και τη στάση τους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τις έχουμε τιμήσει στο box office αρκεί να υπάρχουν αγγλόφωνοι πρωταγωνιστές. Η «Δουνκέρκη» έκοψε πάνω από 200.000 εισιτήρια: ας αποδώσουμε το σουξέ της στο Κρίστοφερ Νόλαν.

Η «Πιο σκοτεινή ώρα», με τον Γκάρι Ολντμαν να υποδύεται τον Τσόρτσιλ, έκοψε πάνω από 120.000. Τη σεζόν 2010-2011, ο «Λόγος του Βασιλιά» ήταν εισπρακτικά στο top 5, πίσω από τις ταινίες του franchise του «Χάρι Πότερ» και των «Πειρατών της Καραϊβικής». Ας πούμε πως για την επιτυχία των παραπάνω ιστορικών ταινιών ήταν καθοριστικό ότι θριάμβευσαν και στα Οσκαρ. Αλλά και το «Παιχνίδι της μίμησης», που βγήκε το 2014 σε σκηνοθεσία Μόρτεν Τίλντουμ, όπου ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς υποδύεται εξαιρετικά τον ιδιοφυή μαθηματικό Αλαν Τιούρινγκ στην προσπάθειά του να σπάσει τον γερμανικό κωδικό Enigma, έκοψε πάνω από 180.000 εισιτήρια! Για τις αμερικανικές αντίστοιχες ταινίες δεν μιλάω καν. Εχουμε δει τόσες για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο που νομίζουμε πως έγινε αποκλειστικά στις ΗΠΑ. Και τόσες για το Βιετνάμ ή τον Ψυχρό Πόλεμο που μπορούμε να γράψουμε άριστα σε διαγώνισμα.

Πώς εξηγούνται αυτά; Ειλικρινά δεν ξέρω. Μπορώ όμως να κάνω κάποιες υποθέσεις. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην οποία οι ταινίες δεν μεταγλωττίζονται. Το γεγονός οφείλεται σε έναν απλό λόγο: όταν ξεκίνησε η άνθηση του σινεμά (τη δεκαετία του ’50), τα σωματεία των ελλήνων ηθοποιών ήταν αδύναμα και δεν υπήρχε καν υπουργείο Πολιτισμού τότε για να προβληματιστεί για το ενδεχόμενο της ταύτισης του κινηματογράφου με την αγγλική γλώσσα.

Ετσι σήμερα μια ταινία στην οποία δεν μιλούν αγγλικά, μοιάζει σε πολλούς παράταιρη. Υπάρχει βέβαια ένα κοινό που βλέπει μη αγγλόφωνες ταινίες. Αλλά θέλει αυτές να τις υπογράφουν συγκεκριμένοι σκηνοθέτες (Αλμοδόβαρ, Χάνεκε, Γαβράς, Λάνθιμος, Φαραντί κ.τ.λ.) και, όπως και να έχει, είναι ένα κοινό αρκετά εστέτ ώστε να ενδιαφέρεται για πολιτικά δράματα ή ταινίες εποχής. Πολύ ενδεικτική είναι η περίπτωση του Ιταλού Νάνι Μορέτι. Οι μη πολιτικές ταινίες του, το «Αγαπημένο μου ημερολόγιο» (1993) λόγου χάριν, έχουν κόψει εισιτήρια. Τις πολιτικές του, π.χ. τον υπέροχο «Απρίλη» (1998), δεν έχει δει κανείς!

Κυρίως όμως η άρνηση του ελληνικού κοινού να παρακολουθήσει ιστορίες με ήρωες ευρωπαίους ήρωες έχει να κάνει με την ίδια την έλλειψη κάποιου τύπου κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης: αν θέλουμε να βλέπουμε ταινίες για «ήρωες», προτιμάμε τους δικούς μας, τον Καποδίστρια και τον Καζαντζίδη. Δεν μας νοιάζει ούτε ο Ντε Γκωλ, ούτε η Εντίθ Πιάφ, ούτε ο Ματαρέλα, ούτε ο Παβαρότι: άλλωστε, δεν μιλούν καν αγγλικά.

Αυτό δεν αποτελεί κάποιου τύπου ελληνική παραξενιά: συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη. Το 2015 στη Γερμανία είχε βγει μια κωμωδία που λεγόταν «Er ist wieder da» (διεθνής τίτλος: «Look Who’s Back» / «Είναι πάλι εδώ»). Το σενάριο ήθελε τον Χίτλερ να ξυπνάει στο Βερολίνο του 21ου αιώνα.

Ο κόσμος τον αντιμετώπιζε σαν κωμικό ηθοποιό και ο ίδιος δεν καταλάβαινε τι συμβαίνει στον κόσμο. Στη Γερμανία έκανε ρεκόρ εισιτηρίων, στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν την είδε ψυχή. Κάποιοι πανέξυπνοι ιταλοί παράγωγοι πήραν το σενάριο και το διαμόρφωσαν κάνοντας την ιταλική εκδοχή με πρωταγωνιστή τον Μουσολίνι και τίτλο «Κοίτα ποιος γύρισε». Η ταινία έσκισε! Αλλά και αυτή μόνο στην Ιταλία.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι γεμάτος από συναρπαστικές προσωπικότητες και μοναδικές αφηγήσεις. Αλλά όταν δεν υπάρχει καν μια σοβαρή διδασκαλία στα σχολεία, τι περιμένεις; Να τρέξουμε στο σινεμά να δούμε ιστορίες για ήρωες που δεν γνωρίζουμε; Δύσκολο. Τελευταία φορά συνέβη με την «Υπολοχαγό Νατάσσα». Ο Γιάννης Σμαραγδής πρέπει σοβαρά να σκεφτεί ένα remake. Ας την κάνει καλόγρια και ας απελευθερώνει την Ελλάδα μόνη της. Και τη Γαλλία, αν χρειαστεί. Χωρίς τον Ντε Γκωλ…

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/opinions/xoris-ton-lfnte-gkol/ ανήκει στο Κινηματογράφος – ΤΟ ΒΗΜΑ .
‹ ›