
Από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες του αμερικάνικου σινεμά, ο Χάρι Ντιν Στάντον (Harry Dean Stanton)
Ο Υπηρέτης δύο Αφεντάδων, του Κάρλο Γκολντόνι σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα στο Φεστιβάλ στη Σκιά των Βράχων 2026
Δίπλα σε θρύλους του σινεμά
Με το τέλος του πολέμου, μετακόμισε στο Λος Άντζελες και σιγά σιγά μπήκε στην τηλεόραση και έκανε μικρά ρολάκια σε ταινίες. Η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση ήταν το 1954, ενώ το 1962 έπαιξε ένα πολύ μικρό ρόλο στο επικό γουέστερν «Πώς Κατακτήθηκε η Δύση», βλέποντας από κοντά θρύλους όπως Τζον Γουέιν, Τζίμι Στιούαρτ, Χένρι Φόντα και Γκρέκορι Πεκ. Άλλωστε δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Ντιν Στάντον, μέχρι να βγει από την αφάνεια και να γίνει ένας ρολίστας, εμφανίστηκε δίπλα σε θρύλους και σπουδαίες ταινίες, όπως «Ο Μεγάλος Δραπέτης», «Ήρωες με Βρώμικα Χέρια», «Η Μεγάλη Μονομαχία» και «Ντίλινγκερ» ή ακόμη και σε κλασικές ταινίες σαν τον «Νονό» ή το «Άλιεν».
Η συμβουλή του Τζακ Νίκολσον
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη του Ντιν Στάντον έπαιξε ο κολλητός του φίλος από παλιά και μετέπειτα κουμπάρος του Τζακ Νίκολσον, όταν μία δεκαετία μετά την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο τού έγραψε έναν ρόλο – του αρχηγού μιας συμμορίας – στο γουέστερν «Καλπάζοντας στον Άνεμο» και του είπε στα γυρίσματα: «Άσε την γκαρνταρόμπα να κάνει την υποκριτική και εσύ παίξε τον εαυτό σου». Μια συμβουλή που ακολούθησε μέχρι το τέλος της καριέρας του.
Από το “Christine” στο “Repo Man”
Από τους πρώτους ρόλους του ως καρατερίστας και σημαντικός για την προοπτική των ταινιών ήταν το δραματικό “Wise Blood”, του Τζον Χιούστον, η περιπέτεια «Απόδραση από τη Νέα Υόρκη» και το αγαπημένο θρίλερ «Κριστίν», του Κάρπεντερ και οι δύο, καθώς και το καλτ σήμερα “Repo Man”. Επίσης, είχε παίξει στο παράξενο γουέστερν (η απομυθοποίησή του) «Οι Φυγάδες του Μισούρι», του Άρθουρ Πεν, στο οποίο συναντήθηκαν για πρώτη και τελευταία φορά, δυο ιερά τέρατα του κινηματογράφου, ο Μάρλον Μπράντο και ο Τζακ Νίκολσον.
Πρωταγωνιστής στο «Παρίσι – Τέξας» του Βιμ Βέντερς
Έπρεπε να φτάσει στα 58 του, για να βρεθεί πρωταγωνιστής και μάλιστα σε μία αριστουργηματική ταινία, όπως ήταν το «Παρίσι – Τέξας» του Βιμ Βέντερς. Αδιαμφισβήτητα η ταινία που καθόρισε το μέλλον του, παρότι ο Ντιν Στάντον είχε μια εμφανή αμηχανία, ως πρωταγωνιστής για πρώτη φορά. Ακόμη όμως, και αυτή η αμφισημία της ερμηνείας του ήταν γοητευτική και δικαίωσε τον Βέντερς, που αρχικά δεν τον ήθελε για πρωταγωνιστή λόγω ηλικίας, αλλά όταν τον γνώρισε, σε ένα μπαρ της Σάντα Φε, πρόσεξε την ευαισθησία του και κατάλαβε ότι μπορεί να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του.
Η εκτίμηση του Ντέιβιντ Λιντς
Το 1988 υποδύθηκε τον Απόστολο Παύλο στον πολύκροτο «Τελευταίο Πειρασμό» του Σκορσέζε, ενώ δυο χρόνια μετά, παίρνει έναν αξιοσημείωτο ρόλο από τον Ντέιβιντ Λιντς στο έξοχο «Ατίθαση Καρδιά» και στην κλασική τηλεοπτική σειρά «Ο Ύποπτος Κόσμος του Τουίν Πικς». Κάνει ένα μικρό διάλειμμα με χολιγουντιανές ταινίες, μεταξύ των οποίων και το μπλοκμπάστερ «Το Πράσινο Μίλι», ενώ στη συνέχεια ξανασυνεργάζεται με τον Λιντς, που τον εκτίμησε όσο κανείς για την ερμηνευτική του αξία, στην κινηματογραφική έκδοση του «Τουίν Πικς», στην άνιση ταινία τρόμου “Inland Empire” και στο βιογραφικό δράμα “The Straight Story”.
Η τελευταία ταινία “Lucky” και “I See a Darkness”
Το κύκνειο άσμα του το παραδίδει σε ηλικία 91 ετών στο αξιόλογο δράμα “Lucky” του Τζον Κάρολ Λιντς, λίγους μήνες πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου του 2017, που θα αφήσει την τελευταία του πνοή. Αποκαμωμένος και πάντα αποστεωμένος, υποδύεται μοναδικά έναν μοναχικό ηλικιωμένο στη μέση του πουθενά, σε μία από τις συγκινητικότερες ερμηνείες του, σε μια χαμηλότονη, βαθιά φιλοσοφημένη δραματική κομεντί, πάνω στο νόημα της ζωής και του θανάτου.
Μία ταινία απόλυτα ταιριαστή με τον χαρακτήρα του Ντιν Στάντον, που σε μια χαρακτηριστική σκηνή οδεύει χαμογελαστός προς το τέλος υπό τις μελωδίες του τραγουδιού του Τζόνι Κας «Βλέπω ένα σκοτάδι».
Μοναχικός περιπατητής
Ο Χάρι Ντιν Στάντον, που δεν παντρεύτηκε, ευτυχώς κατά τον ίδιο, ποτέ, αλλά κάποιες απ’ τις σχέσεις του τού είπαν ότι έχει αποκτήσει… παιδί, ήταν για πάντα ένας μοναχικός περιπατητής της αγαπημένης του αμερικάνικης ενδοχώρας, μια ευαίσθητη και ευγενική φυσιογνωμία που κόσμησε το αμερικάνικο σινεμά ακόμη και όταν πέρναγε για πέντε λεπτά από τη μεγάλη οθόνη.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ | Χ. Αναγνωστάκης
