Κορίτσι αγαπά κορίτσι στο χωριό, το ένα είναι λογοδοσμένο και γκαστρωμένο από μπάτσο που μετακομίζει υπηρεσιακά για Λάρισα, το άλλο φοβάται πως θα χρεωθεί «ισόβια δεσμά» σε ρόλο αγρότισσας στην επαρχία. Θα κάνουν την επανάστασή τους;
Κάπως διαφορετικά μπορεί να αντιδράσουν εκείνοι που είχαν δει το ομώνυμο φιλμ μικρού μήκους του 2023 από εκείνους που θα παρακολουθήσουν τούτη την «Αρκουδότρυπα» με παρθένο βλέμμα. Εγώ ανήκω στους πρώτους και σίγουρα ενοχλήθηκα μέχρι να πάρει μπρος το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της Χρυσιάννας Παπαδάκη και του Στέργιου Ντινόπουλου, το οποίο σπαταλά σχεδόν μία ολόκληρη ώρα αναπαράγοντας «επεξηγηματικά» την πλοκή του original short.
Μοιρασμένη σε κεφάλαια, η… εκτενής version της «Αρκουδότρυπας» αρχικά αποτελείται από το ίδιο το μικρού μήκους φιλμ, κατόπιν επιμηκύνει τη δράση εκείνου με «εμβόλιμες» σεκάνς οι οποίες εμφανίζονται για πρώτη φορά ανάμεσα σε κάποιες παλαιότερες (γιατί;) κι ύστερα παίρνει τη μορφή ενός «sequel», εξελίσσοντας τη συνέχεια της ιστορίας των δύο κοριτσιών. Είναι αρκετά παράδοξο όλο αυτό αφηγηματικά, καθώς το short δεν διαχειριζόταν κάτι το ουσιαστικό σε δομή και περιεχόμενο (βασικά παρουσίαζε το λεσβιακό «outing» της Αργυρώς και της Αννέτας, που από απλές κολλητές παραδέχονταν τον έρωτά τους και πλακωνόντουσαν στα γλωσσόφιλα… εντός μικρής εκκλησίας – ω, τι σκάνδαλο!), με το μεγάλου μήκους έργο να εμφανίζει ακριβώς παρόμοια προβλήματα. Και μάλιστα ως… άσκηση υπομονής (χρονικά), καθώς το σενάριο δεν εμβαθύνει σε χαρακτήρες ή ένα πιο πλούσιο καταστασιακό σε σχέση με τη ζωή στην επαρχία.
Υπάρχει μία κάποια επιμέλεια στην κινηματογράφηση (ξεχωρίζει το montage καθημερινής πλήξης στο σπίτι της πεθεράς και το flashback στο luna park), τα στερεότυπα δίνουν και παίρνουν (με ηχητική υπόκρουση από trap και τραγούδια «για τη νεολαία» μέχρι κάργα κλαρίνο), οι δύο ηρωίδες – «δορυφόροι» αμφότερων των κοριτσιών (η γιαγιά της μίας και η μέλλουσα πεθερά της άλλης) έχουν ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά αλλά δεν «χτίζουν» μία πλήρη τοποθέτηση βιωμάτων κι επιλογών (άρα καταλήγουν σχηματικές), το περιβάλλον του χωριού (ή κι εκείνο της Λάρισας) μένει για πάντα σε δεύτερο (και μακρινό…) πλάνο και ο «μυστηριακός» χώρος της σπηλιάς του τίτλου θα έκανε τον Πίτερ Γουίαρ να ξύνει το κεφάλι του με απορία.
Σε ένα παρεμφερές κλίμα θεματικής, το τηλεοπτικό (αν και όχι αισθητικής μικρής οθόνης…) «Milky Way» του Βασίλη Κεκάτου παραμένει… έτη φωτός πιο μπροστά από τούτο το εγχείρημα, το οποίο απλά συστήνει δύο νέα ονόματα στο φιλμικό σύμπαν του ελληνικού σινεμά, που στην… extended «Αρκουδότρυπά» τους ναι μεν προσπάθησαν να καλύψουν τα σεναριακά (φευ!) κενά που (σαφώς) είχαν στον τομέα της αφήγησης (αν μη τι άλλο, το ανοικονόμητο της διάρκειας είναι σοβαρό ελάττωμα όταν το «πριν» της ιστορίας / δράσης αγνοείται παντελώς – σαν τον μονίμως… εκτός πλάνου γαμπρό, ένα δήθεν «εύρημα» διόλου πρωτότυπο) με κάποια «κολπίστικα» σκηνοθετικά τεχνάσματα αντι-γραμμικότητας, όμως, δεν ήταν αρκετά.

