
Τρεις στρογγυλές πισίνες. Νερό σε κίνηση. Εκατοντάδες λευκά πορσελάνινα μπολ επιπλέουν, συγκρούονται και παράγουν ήχους. Μια ζωντανή παρτιτούρα στην καρδιά της πόλης. Η πολυαισθητηριακή εγκατάσταση που έγινε viral από την Bourse de Commerce – Pinault Collection στο Παρίσι έως το Park Avenue Armory της Νέας Υόρκης έρχεται στην Onassis Mandra, στην πρώτη της παρουσίαση σε εξωτερικό χώρο.
Φωτογραφία: Laurent Lecat clinamen (v.10), 2025, Bourse de Commerce – Pinault Collection, Paris, France. © Céleste Boursier-Mougenot & ADAGP, Παρίσι
Το clinamen δεν είχε πάντα τη σημερινή του μορφή. Ο Σελέστ Μπουζιέ-Μουζενό συνέλαβε την πρώτη εκδοχή του το 1997 στο Παρίσι και το παρουσίασε την ίδια χρονιά στο CAPC Musée de Bordeaux. Έκτοτε, το έργο εξελίχθηκε μέσα από περισσότερες από είκοσι διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες συνομιλούν κάθε φορά με τον εκάστοτε εκθεσιακό χώρο.
Το έργο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Λειτουργεί ως ένα διαρκώς εξελισσόμενο ηχητικό περιβάλλον, όπου κανένας επισκέπτης δεν ακούει ακριβώς τον ίδιο ήχο. Κάθε μικρή σύγκρουση δημιουργεί ένα νέο ηχητικό συμβάν, κάνοντας κάθε στιγμή της έκθεσης μοναδική.
Κάθε μπολ έχει επιλεγεί ξεχωριστά από τον καλλιτέχνη, με βάση το ιδιαίτερο ηχόχρωμά του και τον ήχο που παράγει όταν αντηχεί ή συγκρούεται με τα υπόλοιπα.
Η θερμοκρασία του νερού στις πισίνες διατηρείται περίπου στους 30°C, ώστε να ενισχύεται η δημιουργία και η μεταφορά του ήχου.
Πριν τα πορσελάνινα μπολ γίνουν το κύριο αντικείμενο του έργου, ο Μπουζιέ-Μουζενό πειραματιζόταν με καθημερινά αντικείμενα, παιχνίδια, κομμάτια ξύλου και μικρά μουσικά όργανα, ακόμη και με ένα γιουκαλίλι.
Το clinamen συνομιλεί με μια ευρύτερη παράδοση έργων που αξιοποιούν το τυχαίο και τις συμπεριφορές ζωντανών συστημάτων ως δημιουργικά εργαλεία. Έχει συσχετιστεί με τις ιδέες της απροσδιοριστίας του John Cage, με τις γενετικές μουσικές δομές του Brian Eno και με καλλιτέχνες που διερεύνησαν τη σχέση ανάμεσα στην τάξη και το τυχαίο, όπως ο Marcel Duchamp και ο Hans Haacke.
Σε συνέντευξή του στο Park Avenue Armory, ο Μπουζιέ-Μουζενό εξηγεί ότι τον ενδιαφέρει να «κάνει ορατό τον ίδιο τον ήχο». Δεν τον απασχολεί η αναπαράσταση ή η αφήγηση αλλά η δημιουργία συνθηκών μέσα στις οποίες ο ήχος παράγεται και αποκαλύπτεται μπροστά στον θεατή.
Η εικαστική και ηχητική εγκατάσταση έχει χαρακτηριστεί από το Artforum ως «μια σχεδόν ιερή συνάντηση με την τέχνη και τη φύση», ενώ ο Observer την περιέγραψε ως «ένα αστικό Ζιβερνί του 21ου αιώνα: ήρεμο, κομψό, ένα καταφύγιο από την οχλαγωγία του σύγχρονου κόσμου».
Λίγα λόγια για τον Céleste Boursier-Mougenot
O Céleste Boursier-Mougenot (γενν. 1961, Νίκαια, Γαλλία) ζει και εργάζεται στη Σετ. Τα έργα του, τα οποία έχουν παρουσιαστεί σε χώρους σύγχρονης τέχνης στη Γαλλία και διεθνώς τα τελευταία τριάντα χρόνια, μπορούν να θεωρηθούν πρωτίστως ως έργα ενός μουσικού. Αφού εργάστηκε ως συνθέτης για την ομάδα Side One – Posthume Théâtre του συγγραφέα και θεατρικού σκηνοθέτη Pascal Rambert, στο Παρίσι από το 1985 έως το 1994, ο Σελέστ Μπουρσιέ-Μουζενό άρχισε να δίνει μια αυτόνομη μορφή στη μουσική του δημιουργώντας καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις. Σχεδιάζει μηχανισμούς ή περιβάλλοντα που επεκτείνουν την έννοια της μουσικής παρτιτούρας σε ανορθόδοξες συνθέσεις υλικών και μέσων, αξιοποιώντας τις πιο διαφορετικές καταστάσεις ή αντικείμενα προκειμένου να αναδείξει τις ηχητικές τους δυνατότητες και να δημιουργήσει αυθόρμητες, ζωντανές ακουστικές μορφές. Σε συνάρτηση με το αρχιτεκτονικό ή εννοιολογικό πλαίσιο των εκθεσιακών χώρων, κάθε μηχανισμός συνιστά μια πρόσκληση σε μια ακουστική εμπειρία, κατά την οποία οι διαδικασίες παραγωγής ήχου αποκαλύπτονται στο βλέμμα και στην αντίληψη του επισκέπτη.
Ανάμεσα στις πιο αντιπροσωπευτικές σειρές έργων του Μπουρσιέ-Μουζενό συγκαταλέγονται οι εξής: clinamen (1997 – σε εξέλιξη), κυκλικές δεξαμενές γεμάτες νερό, μέσα στις οποίες κοινά πορσελάνινα μπολ, επιλεγμένα για το ηχόχρωμά τους, επιπλέουν, συγκρούονται απαλά μεταξύ τους και παράγουν ήχους καμπάνας· from here to ear (1999 – σε εξέλιξη), πτηνοτροφεία σχεδιασμένα ως «επικράτειες πουλιών», στα οποία οι επισκέπτες αλληλεπιδρούν, μέσω της απλής παρουσίας και των κινήσεών τους, με αυστραλιανούς σπίνους που πετούν, κουρνιάζουν ή πηδούν πάνω σε ηλεκτρικές κιθάρες με ενίσχυση, παράγοντας έτσι μια αφηρημένη ροκ σύνθεση· offroad (2014 & 2019), ένα αδιάκοπο μπαλέτο τριών πιάνων με ουρά, τα οποία ο καλλιτέχνης έχει καταστήσει κινητά και των οποίων η καταδίωξη, η απομάκρυνση και οι περιστασιακές συγκρούσεις μεταξύ τους συνθέτουν μια αυθόρμητη παρτιτούρα για πιάνο· και πιο πρόσφατα, το 2026, το envolée, μια μεγάλη κυκλική ανοξείδωτη μεταλλική κατασκευή που στηρίζει οκτώ κούνιες, καθεμία από τις οποίες χτυπά μια εκκλησιαστική καμπάνα καθώς οι επισκέπτες αιωρούνται, δημιουργώντας ένα σύνολο κωδωνοκρουσιών.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Χώρος: Onassis Mandra
Διάρκεια Έκθεσης: 26 Σεπτεμβρίου – 5 Δεκεμβρίου
Είσοδος: Ημερήσιο εισιτήριο: 5 €,
Παιδιά έως 15 ετών: Είσοδος ελεύθερη
Πληροφορίες Χώρου: Onassis Mandra, Διονυσίου Αρεοπαγίτου 2, Πλάκα



