Δεν είναι εύκολο να μιλάς για τον Ελβις χωρίς να κινδυνεύσεις να παρασυρθείς από το βάρος του αστραφτερού ειδώλου του. Ο Δώρος Δημοσθένους πέρασε αυτή τη μικρή δοκιμασία, επ’ αφορμή του αφιερώματος με τίτλο «Doros Demosthenous sings Elvis Presley – Rocking New Year!» στο Half Note, με ψυχραιμία. Οχι πως τον ενδιέφερε λιγότερο ο μύθος αλλά κυρίως για το τι αντέχει να ειπωθεί σήμερα. Εξηγώντας πως προσεγγίζει την εμβληματική μορφή του ροκ εντ ρολ χωρίς να τον αναπαράγει, εξηγεί ότι ο μόνος τρόπος να πλησιάσεις ένα σύμβολο χωρίς να το ακυρώσεις είναι να μην προσπαθήσεις να το μιμηθείς.
«Η μίμηση κλείνει τον δρόμο, δεν τον ανοίγει. Εγώ προσεγγίζω τον Ελβις ως ερμηνευτική μνήμη, όχι ως εικόνα. Κρατώ τον πυρήνα, τη φωνή, τον ρυθμό, την ένταση και αφήνω χώρο στη δική μου εμπειρία, στο σώμα και στον χρόνο που κουβαλάω. Δεν προσπαθώ να γίνω Ελβις, προσπαθώ να σταθώ απέναντί του με σεβασμό και ειλικρίνεια. Δεν παίζω ρόλο. Είμαι ο Δώρος που συνομιλεί με τον Ελβις. Οχι ο Δώρος που τον “υποδύεται”. Η θεατρικότητα για μένα δεν είναι μεταμφίεση, είναι παρουσία. Είναι ο τρόπος που στέκεσαι στη σκηνή και αφηγείσαι κάτι αληθινό, χωρίς να κρύβεσαι». Ποια θέση θα μπορούσε άραγε να έχει ο Ελβις στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία; «Νομίζω πως το σύστημα πάντα βρίσκει τρόπο να ενσωματώνει αυτό που κάποτε το απειλούσε. Το έκανε και τότε άλλωστε. Ο Ελβις σήμερα πιθανόν να δυσκολευόταν, όχι λόγω ταλέντου, αλλά λόγω της ανάγκης για απόλυτο έλεγχο και εικόνα. Εκείνος λειτουργούσε ενστικτωδώς. Κι αυτό δεν χωρά εύκολα στη σημερινή βιομηχανία». Η επιλογή του να κάνει αυτό το αφιέρωμα, όπως λέει, σε έναν τζαζ χώρο συνδέεται περισσότερο με την ανάγκη, αφού για τον Δώρο Δημοσθένους το «rock ‘n’ roll και η τζαζ δεν είναι αντίθετα αλλά είναι συγγενικά. Και τα δύο γεννήθηκαν από την ανάγκη της ελευθερίας και του αυτοσχεδιασμού. Το Half Note είναι χώρος ακρόασης και εκεί ο Ελβις μπορεί να ακουστεί αλλιώς, πιο γυμνά, πιο ουσιαστικά. Αυτό για μένα δεν είναι ρίσκο· είναι επιστροφή στην ουσία».
Η ανυπακοή σήμερα είναι επιλογή στάσης, να μην ακολουθείς αυτό που «δουλεύει», να μην υπηρετείς τη συνήθεια, να μη χαρίζεις τη φωνή σου στην ευκολία. Είναι πιο δύσκολο να πεις «όχι» σε κάτι που σου προσφέρεται παρά να φωνάξεις εναντίον του. Αυτή είναι η σύγχρονη ανυπακοή.
Διαχρονική είναι η φωνή του και η αλήθεια της έκφρασης. Η αίσθηση ότι κάθε τραγούδι λέγεται σαν να είναι το τελευταίο. Αυτό που έχει γεράσει είναι η μυθολογία γύρω από την εικόνα. Οι υπερβολές, το φολκλόρ της εποχής. Αν αφαιρέσεις αυτά, μένει κάτι πολύ καθαρό, και αυτό αντέχει στον χρόνο.
Γίνεται καλλιτεχνική πράξη όταν υπάρχει ρίσκο. Οταν ο ερμηνευτής δεν ξέρει ακριβώς πώς θα βγει το επόμενο λεπτό, αλλά τολμά να το ζήσει. Η διασκέδαση δεν είναι κακή λέξη, απλώς δεν είναι αρκετή. Το βάρος έρχεται όταν κάτι μένει μέσα σου και μετά το τέλος.
«Ο τίτλος μιλά για μια απώλεια που όλοι, λίγο-πολύ, βιώνουμε μεγαλώνοντας. Σου παίρνουν την αθωότητα, την αφέλεια, την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος είναι ανεξάντλητος. Σου παίρνουν, κάποιες φορές, και τη φωνή – όχι κυριολεκτικά, αλλά το δικαίωμα να εκφράζεσαι χωρίς φόβο. Αυτό που κατάφερα να κρατήσω είναι η ανάγκη να λέω αλήθειες μέσα από το τραγούδι. Κι αν κάτι μου πήραν τα «πουλιά», ήταν για να μάθω να ακούω καλύτερα το μέσα μου.
Με φόβισε στην αρχή, γιατί η έκθεση είναι απόλυτη. Δεν κρύβεσαι πίσω από ρόλους ή ερμηνείες άλλων. Ομως τελικά με απελευθέρωσε. Ενιωσα ότι αυτή η μουσική έπρεπε να γεννηθεί έτσι – από μια εσωτερική ανάγκη, σχεδόν σιωπηλά. Οι στίχοι της Ελένης Φωτάκη άνοιξαν έναν χώρο μέσα μου που ζητούσε ήχο, και αυτός ο ήχος έπρεπε να είναι δικός μου.
Οχι, αλλά δεν συναντιούνται εύκολα. Η αλήθεια θέλει χρόνο και διάθεση. Η απήχηση συχνά ζητά ταχύτητα. Πιστεύω όμως πως όταν κάτι είναι ειλικρινές, βρίσκει τον δρόμο του, ίσως όχι άμεσα, αλλά ουσιαστικά. Δεν με απασχόλησε αν ο δίσκος «θα πάει», με απασχόλησε όμως αν θα μπορέσει να σταθεί.
Οχι με την έννοια της σύγκρουσης, αφού υπήρχε βαθύς σεβασμός. Ο καθένας μας άφηνε χώρο στον άλλον. Οι στίχοι της είχαν ήδη ρυθμό, τη δική τους ανάσα, κι εγώ προσπαθούσα να μην τους προδώσω. Οταν χρειάστηκε, έγινε μια συζήτηση με εμπιστοσύνη, σαν δύο άνθρωποι που μιλούν την ίδια γλώσσα, απλώς με διαφορετικά μέσα.


