Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΕΡΑ

Βουδαπέστη, 1957. Ο κόσμος μικρού αγοριού εβραϊκής καταγωγής, που έχει μεγαλώσει με εξιδανικευμένες ιστορίες για τον αγνοούμενο από τον καιρό του πολέμου πατέρα του, ανατρέπεται όταν ένας βάναυσος άνδρας εισβάλει στη ζωή του ισχυριζόμενος πως είναι ο αληθινός του μπαμπάς.

Το σινεμά του Ούγγρου auteur Λάσλο Νέμες εξελίσσεται σε μανιέρα. Έπειτα από το βραβευμένο με Όσκαρ ντεμπούτο του, «Ο Γιος του Σαούλ» (2015), βρέθηκε με τη «Δύση Ηλίου» (2018) να επαναλαμβάνει το «εύρημα» μιας δαιδαλώδους αναζήτησης, μεταφέροντας τη δράση από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στα σαλόνια της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. Με το «Χωρίς Πατέρα» επανέρχεται σε παρόμοιο μοτίβο ιστορικού πλαισίου μετά περιπλάνησης, θέτοντας το στόρι στον απόηχο της καταπνιγμένης από τους Σοβιετικούς ουγγρικής επανάστασης, με κεντρικό ήρωα ένα 12χρονο αγόρι που… ξανά μανά ψάχνει και ψάχνεται. Κοντά σε αυτά, επανεμφανίζεται η εμμονική του διάθεση να ακολουθεί με την κάμερά του τις πλάτες των ηθοποιών, συμπληρώνοντας έτσι τον άτυπο δογματισμό του.

Το σενάριο (που έχει συν-γράψει με την εκ Γαλλίας μόνιμη συνεργάτιδά του, Κλαρά Ρογιέρ) θέτει μία τυπικής δομής ιστορία ενηλικίωσης εντός περιβάλλοντος έντονης αναταραχής, με τον κεντρικό ήρωα να θυμίζει υπνοβάτη που πασχίζει να βρει την άκρη σ’ έναν λαβύρινθο γεμάτο από μυστικά και ψέματα. Στο επίκεντρο της βασικής σεναριακής σύλληψης βρίσκεται ο μικρός Άντορ, ο οποίος καθώς έχει μεγαλώσει στο ορφανοτροφείο όπου η μητέρα του τον άφησε κατά τα δύσκολα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, φαίνεται να την αντιμετωπίζει με μια κάποια συστολή, ελπίζοντας (παρά τα πολλά χρόνια που έχουν περάσει) πως ο γενναίος πατέρας του θα γυρίσει πίσω στο σπίτι (έχοντας με κάποιο τρόπο γλυτώσει από τα ναζιστικά κρεματόρια). Η παραδοχή της μητέρας του, πως την περίοδο που τον είχε εγκαταλείψει είχε βρει ασφαλές καταφύγιο στο σπίτι του άνδρα ο οποίος εσχάτως την περιτριγυρίζει εκ νέου και η διαβεβαίωση εκείνου πως είναι ο πραγματικός του πατέρας (απαιτώντας και να τον αντιμετωπίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο), κλονίζουν το σύμπαν του Άντορ. Πόσω μάλλον όταν ο περί ου λόγος «μπαμπάς» είναι ένας άξεστος τύπος που απέχει από το πρότυπο της καλόκαρδης πατρικής φιγούρας την οποία ο πιτσιρικάς φαντασιωνόταν.

Ισορροπώντας ανάμεσα στην αλήθεια και την ψευδαίσθηση, το στόρι προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κάποιο μυστήριο σχετικά με την αληθινή ταυτότητα του «εισβολέα» στη ζωή του Άντορ, θέτοντας το αγόρι από τη μία σε κατάστασης άρνησης και από την άλλη σε προσπάθεια εύρεσης αποδείξεων ικανών να γκρεμίσουν το ψέμα που μαμά και μπαμπάς (;) του έχουν σερβίρει. Επειδή, όμως, η ιδέα αυτή είτε δεν αρκούσε από μόνη της για μια ολόκληρη ταινία, είτε επειδή έπρεπε με κάποιο τρόπο να δικαιολογηθεί η επιλογή του συγκεκριμένου μετα-επαναστατικού πλαισίου, ο Νέμες στήνει υποπλοκή με νεαρό, επίδοξο φυγά του καθεστώτος, η οποία δεν κολλάει με τίποτα στο όλο θέμα πατέρα και γιου, καταλήγοντας να εμφανίζεται και να ξεχνιέται με χαρακτηριστική άνεση.

Η ψυχρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το σύνολο των ηρώων του έργου οδηγεί στην αδυναμία ταύτισης με κάποιον εξ αυτών, με τον Ούγγρο auteur να δείχνει ν’ αγαπά περισσότερο τα σκηνικά και τη φροντίδα της φωτογραφίας (εξαιρετική δουλειά, για ακόμη μια φορά, από τον επίσης μόνιμο συνεργάτη του, Ματίας Έρντελι) παρά τους πρωταγωνιστές του. Το υπαρξιακό τραύμα του μικρού Άντορ ίσα που βγαίνει στην επιφάνεια, καταλήγοντας να βολοδέρνει ανάμεσα στην απόρριψη και τη συμβολική διαδρομή προς τη λήθη, συνθήκη από την οποία ουδέποτε ξεφεύγει, καθώς το καταστασιακό δείχνει αποφασισμένο να φέρνει διαρκώς βόλτες γύρω από τον εαυτό του (εκείνη η ρόδα του amusement park αποκτά μέχρι και έννοια ακούσιας ειρωνείας). Η κάθαρση μέσω της τραγωδίας, που στον «Γιο του Σαούλ» έκρυβε συναισθηματικό λυρισμό που τσάκιζε, εδώ περιορίζεται σε έναν στείρο φορμαλισμό ανεκπλήρωτης υπόσχεσης δίχως… πάθος.

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/arva/ ανήκει στο FreeCinema .