
Ο Πίτερ, τριαντάρης Νεοϋορκέζος συν-ιδιοκτήτης club και promoter ξέφρενων parties, κάνει για πρώτη φορά στη ζωή του σεξ με γυναίκα που του «την πέφτει» σ’ ένα dark room, για να καυλώσει το one night stand του. Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, η καλύτερή της φίλη του ανακοινώνει πως εκείνη αυτοκτόνησε και πρέπει ν’ αναλάβει τα καθήκοντά του… ως πατέρας!
Επιτέλους! Μια ταινία gay θεματολογίας που δεν έχει σκοπό να σηκώσει το «λάβαρο» του queer cinema ή να βροντοφωνάξει πως ταυτίζεται (αποκλειστικά) με την LGBTQ+ κοινότητα! Ατίθασα ελευθέριο σε οτιδήποτε προτείνει, διόλου διδακτικό και με συμπεράσματα που, με ειλικρινή τρόπο, δίνουν το δικαίωμα στην αλλαγή και μια δεύτερη ευκαιρία πραγματοποιήσιμη, το «Club Kid» είναι (μέχρι στιγμής) το πιο feel good κινηματογραφικό έργο του 2026, ένα σκηνοθετικό ντεμπούτο (!) που σε αναζωογονεί ως άνθρωπο και ταυτόχρονα το απολαμβάνεις σαν σινεμά.
Δέκα χρόνια πριν, ο Πίτερ είχε αφιερώσει τη ζωή του στα έξαλλα parties που διοργάνωνε στο club του, τις καταχρήσεις σε ναρκωτικά και αλκοόλ και το αποκλειστικά περιστασιακό, ηδονιστικό σεξ με άγνωστους άνδρες. Με παρέες μονάδα από το ίδιο κύκλωμα της νύχτας και με τη σιγουριά μιας εξασφαλισμένης στέγης και ενός κάποιου εισοδήματος, ο Πίτερ ήταν ο άνθρωπος που απέφευγε κάθε είδους ευθύνη, έως και το να προγραμματίσει πως θα είναι η επόμενη μέρα του στην πόλη. Μετά το απάλευτο hangover…
Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, μια Βρετανίδα εμφανίζεται από το πουθενά μ’ ένα ανήλικο αγόρι και του θυμίζει πως μια νύχτα είχε γαμήσει την καλύτερή της φίλη στο club του. Και… ιδού το αποτέλεσμα! Η μάνα του παιδιού, βίος και πολιτεία επίσης, είχε αυτοκτονήσει πρόσφατα και το παιδί του Πίτερ βρισκόταν μπροστά του ως η μεγαλύτερη πρόκληση ευθύνης που είχε ποτέ στη ζωή του.
Ο Άρλο, φανατικός μουσικόφιλος και με καλό γούστο (η πρώτη μπάντα που αναφέρει στον πατέρα του είναι… οι Cocteau Twins!), λατρεύει την καινούργια του πόλη και αρχίζει να εμπιστεύεται τον (φυσικό του) πατέρα τον οποίο δεν είχε γνωρίζει ποτέ πριν, ενώ ο Πίτερ αποκτά ξαφνικά αυτοεκτίμηση και αισθάνεται τα οφέλη της βαρύτητας της πατρότητας. Δίπλα σ’ ένα σύμπαν τρελού clubbing, με drug addicts διόλου ενοχικούς ή «κατεστραμμένους», ευφορικές trans και ψωνιστήρια ανδρών, ο Πίτερ μαθαίνει να γίνεται ένας προστατευτικός πατέρας, ώσπου η πραγματικότητα έξω από τον μικρόκοσμό του φρενάρει με βίαιο τρόπο την ουσιαστική του ενηλικίωση.
Με έναν αξιοθαύμαστα επαγγελματικό και αποτελεσματικό τρόπο, ο πρωτοεμφανιζόμενος πίσω από τις κάμερες (αλλά και πρωταγωνιστής!) Τζόρνταν Φέρστμαν αποφεύγει τις προφανείς ευκολίες ενός story που θα μπορούσε πολύ εύκολα να διολισθήσει στο κλισεδιάρικο και συναισθηματικά εκβιαστικό μοτίβο μιας απρόσμενης (και σαφώς ανεπιθύμητης αρχικά) πατρότητας, παρατηρεί το περιβάλλον του καταστασιακού και τους ήρωές του δίχως τη ματιά μιας ηθικολογικής κρίσης που υποδεικνύει τρόπους προσαρμογής στο «φυσιολογικό», δεν εξιλεώνει τη σχέση πατέρα και γιου μ’ έναν ανόητα «μαγικό» τρόπο, δεν αντιμετωπίζει την ενήλικη υποχρέωση του ρόλου του father figure ως αυτονόητη απάντηση σε κάθε υπαρξιακό αδιέξοδο και με πραγματική συναισθηματική ευφυΐα παντρεύει αψεγάδιαστα τη συμβατική δραματουργία μ’ έναν εκτροχιασμένα απελευθερωμένο τρόπο ζωής που δεν φοβάται να αντιμιλήσει στην κοινωνία που του σηκώνει (ή του κουνάει) το δάχτυλο απαξιωτικά και τιμωρητικά.
Το να μεγαλώνεις είναι κάτι το αμήχανο και τόσο ατελές. Ο δρόμος που χαράζει ο κάθε άνθρωπος μέχρι να φτάσει σε αυτό που οι γύρω του θα χαρακτηρίσουν ολοκληρωμένο (ή… ώριμο) δεν έχει να κάνει με το timing των άλλων. Το δράμα είναι προσωπικό, η ενσυναίσθηση υποκειμενική και η κατάληξη πιθανά αντιφατική. Και στην τελική, όσο «στραβά» κι αν σε βγάλει η ζωή… «my friends, then let’s keep dancing»!


