
Ανθρωπιστική ομάδα ταξιδεύει με ποταμόπλοιο κατά μήκος του Αμαζονίου, προσφέροντας ιατρική βοήθεια σε απομονωμένα χωριά της Κολομβίας. Δυστυχώς γι’ αυτούς, στα νερά του ποταμού παραμονεύει η Μποϊούνα, ένα μυθικό φίδι τεραστίων διαστάσεων που θεωρείται προστάτιδα της ζούγκλας.
Σαν μακρινός απόγονος σχετικών b-movies ή διάφορων exploitation παραγωγών από τα ‘70s έως και τις αρχές της δεκαετίας του ’80, το «Μποϊούνα» έρχεται να τιμήσει μ’ έναν αρκετά σεβαστό τρόπο τα φιλμ του παρελθόντος όπου η Φύση τιμωρούσε την απληστία του ανθρώπινου είδους παίρνοντας τη μορφή φανταστικών τεράτων ή πλασμάτων διψασμένων για αίμα και σάρκα.
Έτσι κι εδώ, η ζούγκλα έχει τους δικούς της κανόνες και παραδόσεις τις οποίες οι ντόπιοι δεν τολμούν ν’ αλλάξουν ως φιλοσοφία στο πέρασμα του χρόνου. Δίπλα στην ανθρωπιστική βοήθεια που αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις (καθώς ο πολιτισμός ουδέποτε βοήθησε τη συγκεκριμένη περιοχή, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί και να ρημάξει από τη γη κοιτάσματα χρυσού έως και τεράστιες ποσότητες ξυλείας), καραδοκεί ο μύθος ενός πελώριου φιδιού που εκδικείται με μια κάποια… οικολογική συνείδηση, τρέποντας σε φυγή τους κατακτητές, αλλά και επιτρέποντας στους τίμιους να σταθούν μπροστά του σαν «συναγωνιστές» και να επιβιώσουν για να συνεχίσουν το έργο της προστασίας της Φύσης.
Τα άνωθεν μηνύματα δεν «καπελώνουν» το στοιχείο της δράσης, με μία υποπλοκή εγκληματικού ατυχήματος να πυροδοτεί τις έριδες μεταξύ των πληρωμάτων δύο πλοιαρίων, προσθέτοντας το απαραίτητο crime στοιχείο που είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε στις παρελθούσες παραγωγές του είδους. Με το που θα εμφανιστεί στο τοπίο και η Μποϊούνα, ο Μάικ Π. Νέλσον θα ξεκινήσει την αντίστροφη μέτρηση των ανθρώπινων απωλειών, οι οποίες ενίοτε επιφυλάσσουν και ξαφνιάσματα ανατροπών ως προς το ποιος θα ζήσει και ποιος θα γίνει… μια μπουκιά στο στόμα του τέρατος. Η ταινία γνωρίζει και αναπαράγει σωστά τις αρετές του παλαιομοδίτικου creature feature και (ευτυχώς) δεν ντρέπεται να τις απολαύσει. Η αγωνία κάνει καλό ταίριασμα με το περιβάλλον, η περιπέτεια αποκτά σωματικότητα και η Μποϊούνα, πέρα από μία εντυπωσιακή φονική μηχανή, λειτουργεί και ως (μεταφορική) ενσάρκωση της Φύσης η οποία δεν στέκει αδρανής μπροστά στο κάθε ενδεχόμενο καταστροφής της.
Το (εμφανές) χαμηλό κόστος της παραγωγής δεν επιτρέπει στο έργο να απογειωθεί σε κάτι πιο θεαματικό και αβανταδόρικο οπτικά, όμως, την ίδια στιγμή αποφεύγονται CGI υπερβολές και σκηνές που ενδεχομένως θα προκαλούσαν ευκολότερα το γέλιο παρά τον φόβο. Στην τελική, αυτή η «ωμή» τιμιότητα του «Μποϊούνα» είναι που το κάνει να επιπλέει ανάμεσα σε διάφορες σύγχρονες σαβούρες τούτου του genre.


