
Υπόθεση ερωτικής αντιζηλίας ξεφεύγει με ακραία βίαιο τρόπο, με φόντο τον κόσμο του οργανωμένου εγκλήματος στο Ντιτρόιτ της δεκαετίας του ’70.
Δεν «ανακαλύπτει τον τροχό» ως ιστορία, όμως, το «Motor City» έχει μία επικοινωνιακή θρασύτητα ως προς το κοινό το οποίο παρακολουθεί τα έργα του συγκεκριμένου genre. Και χάρη σε αυτή του την αφηγηματική ευρηματικότητα (και μαγκιά, εδώ που τα λέμε), αξίζει κάποιων συγχαρητηρίων.
Ποιο είναι το (απλό) clue / gimmick εδώ; Η ταινία δεν έχει καθόλου διαλόγους! Ο Πότσι Πονσιρόλι αφήνει τις εικόνες, τη μουσική, τα τραγούδια και τη σωματική δράση να μεταφέρουν το πλήρες (και ουσιαστικό) μέρος της αφήγησης, με ελάχιστες λέξεις να φτάνουν μέχρι τ’ αυτιά του θεατή, ο οποίος δεν έχει κανένα πρόβλημα να παρακολουθήσει τα δρώμενα, αδιαφορώντας για λόγια που ξεστομίζονται από μεγάλη απόσταση ή πίσω από τζάμια (για παράδειγμα). Τα πάντα είναι ευκόλως εννοούμενα σε τούτο το φιλμ που παραπέμπει με παράδοξο τρόπο στο βωβό σινεμά και λειτουργεί… απολύτως!
Ο Τζον, ένας άνδρας της εργατικής τάξης, «κλέβει» την καρδιά της Σοφία, της ερωμένης του Ρέινολντς, ενός αδίστακτου gangster ο οποίος ελέγχει όχι μόνο το οργανωμένο έγκλημα στο Ντιτρόιτ, μα και κάθε διεφθαρμένη πτυχή των Αρχών της πόλης. Η εκδικητική μανία του Ρέινολντς θα οδηγήσει τον Τζον στη φυλακή για έναν φόνο που δεν διέπραξε και από εκεί, σκληραγωγημένος από τη συνύπαρξή του με άλλους εγκληματίες και σημαδεμένος από την αδικία, κάποια στιγμή θα δραπετεύσει και θα ξεκινήσει ένα ανελέητο κυνηγητό εναντίον εκείνων που κατέστρεψαν τη ζωή του.
Το «Motor City» αποδεικνύει πως το είδος της περιπέτειας εκδίκησης δεν χρειάζεται πάντοτε να μιλά! Βουτηγμένο στα στερεότυπα του σχετικού genre, της pulp μυθολογίας και του exploitation δράσης από τα ‘70s, εμπιστεύεται τη δύναμη της κινηματογραφικής ματιάς, ακολουθώντας έναν καταιγιστικό ρυθμό που δεν έχει ανάγκη… «φρεναρίσματος» για να «εμβαθύνει» μέσω διαλόγων, αφήνοντας το συναίσθημα να εκρήγνυται μέσα από εκφράσεις προσώπων και τη γλώσσα του σώματος, με ένα ξεδιάντροπα ωμό στυλιζάρισμα που δεν αισθάνεται πως οφείλει να απολογηθεί σε κανέναν.
Το καστ είναι διαλεγμένο ολόσωστα, με τον μυώδη Άλαν Ρίτσον (της τηλεοπτικής σειράς «Reacher») να εμφανίζεται ως δυνατά υποσχόμενη δύναμη για παρόμοια crime έργα βίας και πάλης μέχρις εσχάτων στο μέλλον. Επίσης, καιρός ήταν να δοκιμαστεί το σινεμά που μιλά μονάχα μέσω των εικόνων του και σε είδη που δεν παραπέμπουν στο… «ποιητικό» art-house του παλαιότερα αποκαλούμενου «κουλτούρα να φύγουμε»!

