
Γυναίκα καταγγέλλει τον πατριό της όταν τον βλέπει σε σεξουαλική περίπτυξη με τη μητέρα της, η οποία πάσχει από προχωρημένη άνοια. Η παρέμβαση των Αρχών πυροδοτεί μια οικογενειακή κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες.
Τι απομένει από έναν άνθρωπο όταν η μνήμη αρχίζει να σβήνει; Μαζί με τις αναμνήσεις χάνονται σταδιακά οι συνήθειες, οι δεσμοί, τα χαρακτηριστικά που συγκρότησαν μια ολόκληρη προσωπικότητα. Το σώμα, ωστόσο, παραμένει εκεί, διεκδικώντας όσα εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα στο μυαλό, ακόμη κι αν κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα τι αισθάνεται, τι αναγνωρίζει ή τι επιθυμεί ο άνθρωπος που κατοικεί μέσα του. Έχει άραγε η σεξουαλική έλξη τη δική της μνήμη ή αποτελεί έναν αρχέγονο βιολογικό μηχανισμό που εξακολουθεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από τη συνείδηση; Και, πέρα από τη σεξουαλική πράξη, πόσο βαθιά είναι η ανθρώπινη ανάγκη να νικήσει τη μοναξιά, έστω μέσα από την πιο στοιχειώδη μορφή σωματικής επαφής;
Ο Λανς Χάμερ, στη «Βασίλισσα της Θάλασσας», τοποθετεί αυτά τα ερωτήματα στο κέντρο μιας οικογενειακής ιστορίας, όπου η προχωρημένη άνοια της Λέσλι ανατρέπει τις ισορροπίες ανάμεσα στον σύζυγό της, Μάρτιν, και την κόρη της, Αμάντα. Η τελευταία, έχοντας αντιληφθεί επανειλημμένα τη σεξουαλική επαφή των ηλικιωμένων γονιών της, αμφισβητεί τη δυνατότητα της μητέρας της να συναινέσει και προσφεύγει στις Αρχές. Μια στιγμή θυμού και ανησυχίας αρκεί για να θέσει σε κίνηση μια αλυσίδα γεγονότων που κανείς δεν μπορεί πλέον να ελέγξει. Οι προθέσεις μπλέκονται με τις προκαταλήψεις, η προστασία με την επιβολή και η αγάπη με τις ενοχές που γεννούν οι συνέπειες μιας απόφασης.
«Με συλλαμβάνουν επειδή έκανα σεξ με τη γυναίκα μου», διαμαρτύρεται κάποια στιγμή ο Μάρτιν. Η φράση του ακούγεται σχεδόν παράλογη, όμως, συμπυκνώνει ένα εξαιρετικά δύσκολο ηθικό ζήτημα. Ο γάμος και η κοινή ζωή δεκαετιών δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως τη συναίνεση ενός ανθρώπου με άνοια. Από την άλλη, ποιος μπορεί να αποφανθεί με απόλυτη βεβαιότητα για τον εσωτερικό του κόσμο; Για τις στιγμές διαύγειας, τις βυθίσεις στη λήθη, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες που ενδέχεται να επιβιώνουν πίσω από ένα βλέμμα που μοιάζει άδειο; Η αδυναμία έκφρασης μπορεί να συνυπάρχει με την παρουσία αισθήματος, όπως και η μακρόχρονη συντροφικότητα με την ανάγκη προστασίας.
Εκεί, ωστόσο, αναδύεται κι ένας άλλος, βαθιά πολιτικός προβληματισμός. Είναι αξιοθαύμαστη η σχολαστικότητα με την οποία οι κρατικοί λειτουργοί εξαντλούν κάθε λεπτομέρεια της νομοθεσίας, προκειμένου να προστατεύσουν έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Θα ήταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστο αν η ίδια ευαισθησία εκδηλωνόταν καθημερινά απέναντι στους αναρίθμητους ηλικιωμένους που ζουν στο κοινωνικό περιθώριο, συχνά χωρίς επαρκή φροντίδα, υποστήριξη ή αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Ο φαρισαϊσμός μιας πολιτείας που εξαντλεί την αυστηρότητά της στην εφαρμογή των κανόνων, ενώ παραμένει πολύ λιγότερο πρόθυμη να εξασφαλίσει την ουσιαστική ευημερία των ανθρώπων που υποτίθεται ότι προστατεύει, αποκτά εδώ σχεδόν επικές διαστάσεις.
Η Αμάντα, βέβαια, δεν κινείται αποκλειστικά από προκατάληψη. Ο φόβος της για τη μητέρα της είναι πραγματικός, όπως πραγματική είναι και η αδυναμία της ν’ αντιληφθεί πλήρως τη σχέση των δύο ηλικιωμένων. Ωστόσο, η απόφασή της να επιδιώξει τον εγκλεισμό της Λέσλι σε ίδρυμα, αντί να εξετάσει ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα διευκόλυναν την παραμονή της στο σπίτι, όπως η κατασκευή ενός εσωτερικού ανελκυστήρα, αποκαλύπτει πόσο εύκολα η φροντίδα μπορεί να μετατραπεί σε στέρηση της αυτονομίας. Ο Μάρτιν, αντίθετα, γνωρίζει τη δυσκολία της καθημερινής συμβίωσης με την άνοια. Η υπομονή και η αφοσίωσή του δοκιμάζονται καθημερινά, καθώς αναλαμβάνει τη φροντίδα μιας γυναίκας που εξακολουθεί ν’ αγαπά, ακόμη κι όταν εκείνη δεν μπορεί πια να αναγνωρίσει την κοινή τους ζωή.
Οι σκηνές στο ίδρυμα προσφέρουν μερικές από τις πιο σπαρακτικές εικόνες της ταινίας. Άνθρωποι που περιφέρονται σαν θεατρικές κούκλες, με αόρατα νήματα να κινούν τα άκρα τους, σώματα που μοιάζουν να έχουν ξεχάσει ακόμη και τη μνήμη των κινήσεών τους. Πίσω από αυτά τα πρόσωπα βρίσκονται ολόκληρες ζωές, προσωπικότητες που η ασθένεια έχει αλλοιώσει σε βαθμό ώστε οι άλλοι να δυσκολεύονται πλέον να τις αναγνωρίσουν. Κι όμως, η ανθρώπινη παρουσία δεν εξαφανίζεται επειδή χάνεται η δυνατότητα ν’ αφηγηθεί κανείς την ιστορία του.
Ο Χάμερ αντιμετωπίζει αυτό το υλικό με σκηνοθετική αυτοσυγκράτηση, αποφεύγοντας τις εύκολες συναισθηματικές κορυφώσεις. Παρά τη βραδύτητα των γεγονότων, η αφήγηση διατηρεί έναν αξιοσημείωτο εσωτερικό ρυθμό, επιτρέποντας στον θεατή να παρακολουθεί τις μεταβολές των σχέσεων χωρίς να αισθάνεται ότι ο χρόνος λιμνάζει. Καθοριστική είναι η συμβολή των δύο ηλικιωμένων πρωταγωνιστών. Ο Τομ Κόρτνεϊ αποδίδει με συγκλονιστική λιτότητα έναν άνθρωπο που παλεύει να διατηρήσει ζωντανή τη συντροφικότητα δεκαετιών, ενώ η Άννα Κάλντερ-Μάρσαλ κατορθώνει, μέσα από το απλανές βλέμμα, τις ασυντόνιστες κινήσεις και τις παρατεταμένες σιωπές, να υποδυθεί την απώλεια της μνήμης χωρίς να εξαφανίσει την ανθρώπινη υπόσταση της Λέσλι.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σοβαρή σεναριακή ένσταση. Η παράλληλη ιστορία της Σάρα, κόρης της Αμάντα, αναπτύσσεται σχεδόν αυτόνομα, χωρίς να προσφέρει κάτι ουσιαστικό στον κεντρικό προβληματισμό. Ίσως ο σκηνοθέτης επιδιώκει να συγκρίνει τις εντάσεις ανάμεσα στις γενιές ή να προσθέσει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης στην ήδη επιβαρυμένη καθημερινότητα της Αμάντα. Το βασικό δράμα, όμως, διαθέτει από μόνο του τέτοια πυκνότητα, ώστε να μη χρειάζεται αφηγηματικούς δορυφόρους για ν’ αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία. Η ιστορία της Σάρα αποσπά την προσοχή από ένα ήδη συμπαγές σύνολο και δημιουργεί την αίσθηση μιας περιττής δραματουργικής παρέκκλισης.
Παρά την αδυναμία αυτή, η «Βασίλισσα της Θάλασσας» παραμένει μια βαθιά ανθρώπινη και κινηματογραφικά ουσιαστική δημιουργία που αφήνει τον θεατή αντιμέτωπο με ερωτήματα για τα οποία κάθε απάντηση γεννά καινούριους προβληματισμούς. Πόσο μπορεί να επιβιώσει η αγάπη όταν οι αναμνήσεις μιας κοινής ζωής έχουν σβήσει; Μπορεί το σώμα να διατηρεί τη μνήμη μιας αγκαλιάς, ακόμη κι όταν το πρόσωπο που την προσφέρει έχει χαθεί στη λήθη; Και, πάνω απ’ όλα, ποιος μας δίνει το δικαίωμα να στερήσουμε από έναν άνθρωπο την τελευταία του δυνατότητα ν’ αναζητήσει λίγη τρυφερότητα, μια ανθρώπινη επαφή, μια μικρή νίκη απέναντι στη μοναξιά, στο όνομα μιας προστασίας που ίσως ο ίδιος αδυνατεί να κατανοήσει; Ακόμη κι όταν η μνήμη εγκαταλείπει τον άνθρωπο, η ανάγκη να αισθανθεί πως κάποιος βρίσκεται δίπλα του μπορεί να παραμένει το τελευταίο του καταφύγιο. Και η επιστήμη, παρά την πρόοδό της, εξακολουθεί ν’ αναζητά τρόπους να κατανοήσει όσα συμβαίνουν στον εσωτερικό κόσμο ενός ανθρώπου που έχει χάσει τη δυνατότητα να μας τα αφηγηθεί.


