
Μη σταματάς να πιστεύεις, γιατί τίποτα δεν θα μας χωρίσει!
Είμαστε οι αναμνήσεις μας. Όσα ζήσαμε, αγαπήσαμε, κλάψαμε ή γελάσαμε, αντικατοπτρίζουν το παρελθόν μας στο παρόν, καθορίζοντας το μέλλον. Δίχως τη μνήμη των όσων έχουμε βιώσει δεν είμαστε παρά μια κενή σελίδα καταδικασμένη να γεμίσει ξανά και ξανά, όχι συνειδητά, μα επιπόλαια. Η θύμηση δεν έχει να κάνει με τη νοσταλγία των παλιών (καλών) χρόνων που στο πέρασμα των ετών τείνουν στην ωραιοποίηση, όσο με την παντοτινή σύνδεση με τις ρίζες μας και τις επιθυμίες μας. Ως εκ τούτου, είναι πολύτιμη. Μέχρι (τουλάχιστον) τη στιγμή που ένα μυθικό… Μανανανγκάλ με σώμα γυναίκας και φτερά νυχτερίδας σε πάρει στο κυνήγι! Έχετε ακουστά το νησάκι Νακάλι, κάπου στα ανοιχτά των Φιλιππίνων; Εάν όχι, όταν το δείτε… θα το θυμάστε!
Βασισμένο στη φιλιππινέζικη λαϊκή παράδοση και τους μύθους της χώρας, το «Ξεχασμένο Νησί» στηρίζεται στον άρρηκτο δεσμό ανάμεσα στη Τζο και τη Ράισα. Τα δύο νεαρά κορίτσια αποτελούν κάτι σαν ξένα σώματα του (σχολικού και όχι μόνο) περιβάλλοντός τους, όντας ταυτόχρονα εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες μεταξύ τους. Η Τζο είναι ατίθαση και γεμάτη τρελά σχέδια, ενώ η Ράισα είναι υπεύθυνη και προσγειωμένη, αφήνοντας τον εαυτό της πραγματικά ελεύθερο μόνο όταν βρίσκεται με την αθεράπευτα ζωηρή κολλητή της. Η πιστή φιλία που τις ενώνει εδράζεται στην αμοιβαία κατανόηση, όπως αυτή έχει θεμελιωθεί από τις βάσεις μιας σειράς κοινών βιωμάτων, προερχόμενων από την ανέμελη παιδική τους ηλικία. Όταν μια μαγική πύλη τις μεταφέρει στο μυθικό μέρος που αναζητούσαν από παιδιά (η προαναφερθείσα νήσος Νακάλι), ο φιλικός τους δεσμός δοκιμάζεται σκληρά. Καθώς ψάχνουν τρόπο να επιστρέψουν στο σπίτι, συναναστρέφονται μαγικούς συντρόφους και δόλιους διώκτες, αντιλαμβανόμενες σταδιακά πως το μεγαλύτερο διακύβευμα του γυρισμού είναι η πιθανή απώλεια αυτού που (βασικά) τις ενώνει. Το τίμημα που τα δύο κορίτσια καλούνται να πληρώσουν στη «μαγική» νήσο Νακάλι είναι η διαγραφή των αναμνήσεών τους! Και δίχως αυτές, η Τζο και η Ράισα δύσκολα θα παραμείνουν οι καλύτερες φίλες. Διότι είναι πλέον έφηβες κοπέλες που θα πάρουν χωριστούς δρόμους στη ζωή, δίχως να έχουν το παντοτινό δέσιμο της ξενοιασιάς, της παιδικότητας, των σκανταλιών, του τραγουδιού και της μνήμης.
Διανύοντας την πλέον ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική περίοδο της ύπαρξής της, η DreamWorks συνεχίζει να πειραματίζεται με τη φόρμα και το ύφος των animation παραγωγών της, επιδιώκοντας να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στο παιδικό και το ενήλικο. Στην προκειμένη το πετυχαίνει μέσω ενός πολύχρωμου, οπτικού ντελίριου, που κατά κάποιο τρόπο ενώνει την οργιώδη φαντασία από τον «Μάγο του Οζ» (1939) με τον συναισθηματικό πυρήνα του «Η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού» (2004)! Το σκηνοθετικό δίδυμο του «Ξεχασμένου Νησιού» αντιμετωπίζει τη λαογραφική παράδοση των Φιλιππίνων με σεβασμό ανάλογο της μεξικανικής του «Coco» (2017), αν και εδώ το κινούμενο σχέδιο εμφανίζεται ελαφρώς πιο αντισυμβατικό. Οι σαφείς επιρροές από το studio Ghibli (ειδικά στις 2D σεκάνς των αναμνήσεων) υπογραμμίζουν του λόγου το αληθές, εν τούτοις, προσδίδοντας μια έννοια νοσταλγικής ζεστασιάς που δένει με τον σεναριακό πυρήνα του φιλμ.
Η απειλή της λήθης λειτουργεί ως μια πανέμορφη αλληγορία για τον φόβο του να μεγαλώνεις και να απομακρύνεσαι από τους ανθρώπους που σε διαμόρφωσαν, ουχί υπό το πρίσμα ενός επίπονου ερωτικού χωρισμού δια κλινικής χείρας ενός… Τσάρλι Κάουφμαν, αλλά έχοντας το βλέμμα στραμμένο στη σπαρακτική απώλεια της παιδικής φιλίας. Εκμεταλλευόμενο στο έπακρο την ανυπαρξία περιορισμών που παρέχει το animation, το σκηνοθετικό ντουέτο παρουσιάζει τη λήθη όχι ως μια θεωρητική απειλή διαγραφής της μνήμης, αλλά ως έναν μόνιμο, ορατό κίνδυνο από τον οποίο οφείλεις να παλέψεις για να ξεφύγεις. Κι αν αυτά μοιάζουν ολίγον σκοτεινά και περίπλοκα, ενίοτε εμφανίζονται ως τέτοια, αδυνατώντας παράλληλα να σηκώσουν το πόδι από το γκάζι του καταιγισμού μύθου και φαντασίας. Κυρίως, όμως, είναι διασκεδαστικά, γεμάτα κομψό χιούμορ και νοσταλγία. Το πρώτο έλκεται από τους παράξενους sidekicks στην περιπέτεια των δύο κοριτσιών (από έναν γιγάντιο μπλε μπέμπη, μέχρι έναν νάρκισσο… γοργόνο), ενώ το δεύτερο αντλείται τόσο μέσα από την παράδοση της φιλιππινέζικης οικογένειας (η οποία ελάχιστα διαφέρει από τη δική μας), όσο και από τη λατρεία που διακρίνει τη χώρα για το karaoke και δη τις επιτυχίες της δεκαετίας του ’80. Η επιλογή των τραγουδιών είναι χειρουργικά στοχευμένη ώστε να λειτουργεί συμπληρωματικά στο στόρι της ταινίας, δημιουργώντας ένα «μαγικό» αντίδοτο στην απειλή της λήθης. Μη σταματάς να πιστεύεις, γιατί τίποτα δεν θα μας χωρίσει…

