Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος συναντήθηκε με το θέατρο στα 15 του κι από τότε δεν το άφησε ποτέ. Παιδί του Θεάτρου Τέχνης, ηθοποιός και σκηνοθέτης, σεμνός και διακριτικός, ανήσυχο πνεύμα, γεμάτος αγωνίες -δεν είναι εύκολο να μπεις στο μυαλό του. Έχει δύο παιδιά, είναι 47 χρόνων.
Φέτος, επιστρέφει για 2η χρονιά στον Γιόζεφ Κ. στη «Δίκη» του Κάφκα (θέατρο ARK), σκηνοθετεί το «Σκοτάδι», μια παράσταση βασισμένη στους «Τυφλούς» του Μαίτερλινκ (θέατρο Αργώ) ενώ πρωταγωνιστεί στο «Camping», τη νέα σειρά του Mega. Πρεμιέρα τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου (21.00), Τρίτη-Τετάρτη (21.00). Μιλά για όλα αυτά στο ΒΗΜΑ Talks.
Ηθοποιός ή σκηνοθέτης;
Δεν αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως σκηνοθέτη, ως επαγγελματία σκηνοθέτη, με την έννοια ότι δεν βιοπορίζομαι απ’ αυτό. Πέρα απ’ τη δεξιοτεχνία του κι απ’ τη δυνατότητα να φέρει εις πέρας ένα αποτέλεσμα -ό,τι και να γίνει, σε σχέση με κάποιον άλλον που αυτό που κάνει μπορεί να του βγει ή όχι, αυτό που διαφοροποιεί τον επαγγελματία σκηνοθέτη είναι ότι ζει απ’ αυτό, άρα θα κάνει και το ένα και το άλλο. Αυτό εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω σαν σκηνοθέτης. Εγώ θέλω να κάνω κάτι επειδή με ταλαιπωρεί ψυχικά. Διαφορετικά είμαι επαγγελματίας ηθοποιός. Κι εκεί μπορεί να κάνω και πράγματα τα οποία με εκφράζουν, πιθανώς και λιγότερο, αλλά να βρω τον τρόπο να εκφραστώ μέσα απ’ αυτά.
Ούτως ή άλλως για μένα πια είναι ξεκάθαρο: Ένα έργο μπορεί να είναι πολύ ωραίο αλλά αν δεν το καταλαβαίνω και δεν έχω κάτι να πω σε σχέση με το τώρα μου, δεν το σκηνοθετώ. Δεν είναι ότι δεν ξέρω να το κάνω. Απλώς δεν μου λέει τίποτα. Προτιμώ να μου πει κάποιος ότι αυτό που έχω κάνει είναι αίσχος, αλλά εγώ να έχω βάλει μέσα του αυτό που μου συμβαίνει, ή, τουλάχιστον, να αποπειράθηκα να το βάλω. Παρά να πάω να κάνω κάτι τακτοποιημένο.
Ποια ανάγκη σας οδήγησε στο «Σκοτάδι»;
«Το Σκοτάδι» είναι κάτι που προσπάθησα ν’ αποφύγω πάρα πολύ. Την ανάγκη μου, δηλαδή, μέσα απ’ αυτό το έργο να μιλήσω για τον φόβο: Για τη σχέση μου με τον φόβο, για τη σχέση μου μ’ αυτό που κατοικεί μέσα στο στήθος μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και λέγεται κενό, αναμονή για κάτι, αγωνία ότι κάτι θα γίνει, ότι κάτι υπάρχει που δεν έγινε, μια εκκρεμότητα, τη δυσκολία του να είμαι εδώ. Και μια διαρκής αναφορά του τι θα γίνει μετά και τι συνέβη πριν, αν τα έκανα καλά, τι θα κάνω αύριο, αν θα πεθάνω, μην αρρωστήσω, μην πάθω κάτι, μην εκτεθώ, μην γκρεμιστεί αυτό που έφτιαξα…
«Κάθε φορά νομίζω ότι βλέπω και κάθε φορά συνειδητοποιώ ότι δεν είδα».
Από τότε που με ξέρω, από πέντε χρόνων, αυτό υπάρχει και παίρνει διάφορες μορφές, Κάθε λίγο και λιγάκι εγώ νομίζω ότι κατάλαβα, ότι είδα -είδα και ότι τώρα ξέρω τι είναι αυτό που με βασανίζει και θα το λύσω, θα το βάλω σε τάξη. Κι όμως. Αυτό σαν το υγρό, περνάει στο επόμενο δοχείο, παίρνει πλήρως τη μορφή του και τώρα μοιάζει να μην ήταν καθόλου αυτό για το οποίο μίλαγα, και είναι εντελώς κάτι άλλο -το ίδιο είναι. Μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι είναι το ίδιο, ζω διαχειριζόμενος όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές αγωνίες που είναι μία. Και κάθε φορά νομίζω ότι βλέπω και κάθε φορά συνειδητοποιώ ότι δεν είδα. Κι έτσι όταν ήρθαν οι «Τυφλοί» στα χέρια, ένα συγκλονιστικό έργο του Μαίτερλινκ, ένιωσα ξαφνικά ότι με εκφράζουν σε απόλυτο βαθμό σε σχέση με τη δυνατότητά μου να βλέπω. Με την αίσθηση μιας τυφλότητας απέναντι σ’ αυτό που νομίζεις ότι είδες και, ίσως, εντελώς τυφλός, δεν έβλεπες τίποτα. Η παράσταση μιλάει γι’ αυτό.
Μια παράσταση χωρίς φως…
Ναι, γιατί είχα μεγάλη ανάγκη να είμαι εγώ αυτός ο τυφλός, εγώ που δεν βλέπω -γιατί αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως θεατή των παραστάσεών μου. Προσπαθώ να επικοινωνήσω μ’ αυτές και νιώθω εντελώς τυφλός. Άρα είχα πολλή μεγάλη ανάγκη να είμαι ακριβώς στην ίδια συνθήκη με τους ήρωες του έργου. Να νιώσω αυτό που λένε και όχι να βλέπω κάτι που κάνουν. Να μην τους παρατηρώ ως θεατής, αλλά να είμαι μαζί τους στην τυφλότητα.
Βυθίζοντας τον εαυτό μου σ’ αυτό το σκοτάδι, όπου τίποτα δεν βλέπεις παρά μόνο νιώθεις, κάτι ξεκλειδώθηκε για το πως θέλω να είναι η ανάγνωση αυτού του έργου και τι θέλω να είναι η παράσταση που θα φτιάξω. Μετά ήταν δεδομένο ότι μόνο στο σκοτάδι μπορεί να γίνει και μόνο τεντώνοντας τις υπόλοιπες αισθήσεις μπορεί να φτάσει να ειπωθεί αυτό που θέλω να ειπωθεί. Σχετίζεται με την παρουσία, το βλέπω-δεν βλέπω και πως αυτά είναι εντελώς ανεξάρτητα απ’ τη φυσική όραση.
Όμως αυτό είναι ένα τρομακτικά δύσκολο πράγμα και μια βέβαιη αποτυχία. Γι’ αυτό και το απέφευγα. Αλλά κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν γινόταν αλλιώς.
Καλύπτει κι όλο αυτό το κενό που έχετε από παιδί;
Δεν μου το καλύπτει, μου το αποκαλύπτει. Μου επιτρέπει, ενώ δεν θέλω καθόλου, να κοιτάζω και να μιλήσω για όλα αυτά που πολύ καιρό έχω αποφύγει και κατά καιρούς ανοίγω. Τώρα, εδώ, σ’ αυτή την παράσταση, δεν γλιτώνω…
«Οι Τυφλοί» είναι μια παραβολή, ολοκληρωτική, και τόσο σπουδαία, που μ’ έναν τρόπο θεωρείται ο πρόγονος του «Περιμένοντας τον Γκοντό». Δέκα άνθρωποι περιμένουν κάτι που δεν ξέρουν τι είναι, περιμένουν να γυρίσει ο οδηγός τους, γιατί δεν βλέπουν. Βρίσκονται σ’ ένα δάσος, δεν ξέρουν καν αν είναι νύχτα ή μέρα. Τους είχε πάρει ο ύπνος και όταν ξυπνούν ο οδηγός είχε φύγει. Προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν που είναι, αφουγκραζόμενοι το περιβάλλον γύρω τους. Οι ήρωες είναι όλοι τυφλοί αλλά όλο αυτό δεν έχει σχέση με την κυριολεκτική τυφλότητα. Συνειδητοποιούν ότι ο μόνος που έβλεπε μέχρι τώρα και τους οδηγούσε δεν είναι πια εκεί. Δεν ήξεραν πως ζούνε τη ζωή τους αλλά άκουγαν έναν που τους έλεγε πως να την ζουν. Και τώρα δεν υπάρχει κανένας να τους πει πως να τη ζήσουν και που να πάνε. Ταυτόχρονα νιώθουν κάτι να τους απειλεί, κάτι που δεν προσδιορίζεται -έρχεται απ’ έξω, από μέσα τους, και τους πνίγει, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν τη ζωή.
«Δεν είμαι καθόλου οπισθοδρομικός, αλλά θεωρώ ότι η τεχνητή νοημοσύνη θέλει διαχείριση -είναι αντίστοιχη της πυρηνικής ενέργειας».
Και μέσα σ’ αυτό εγώ φέρνω και κείμενα αρκετά πειραγμένα, κάποια ποιητικά, που σχετίζονται με τον φόβο και την αδυναμία μας να κατοικούμε σ’ ένα παρόν, όχι με την τρέχουσα εκδοχή μιας αυτοβελτίωσης. Αλλά με την αίσθηση της συνειδητής παρουσίας στη ζωή και όχι αυτού του αφήματος σε κάτι που πηγαίνει, μέσα στο οποίο μπορεί να νιώθεις δυσφορία αλλά δεν μπορείς και να ορίσεις τους λόγους για τους οποίους νιώθεις ανοίκεια μέσα στη ζωή.
Βασική αγωνία της ζωής;
Ναι, δηλαδή η βασική αγωνία του θανάτου, του κάθε θανάτου. Για μένα προσωπικά υπάρχουν δύο θάνατοι που είναι μεγαλύτεροι απ’ τον φυσικό. Ο ηθικός θάνατος, δηλαδή ο θάνατος της προσωπικότητάς μου σε σχέση με τους άλλους, ακόμα και της εικόνας. Και ο θάνατος της νόησης και της συνείδησης. Η ικανότητά μας να σκεφτόμαστε πρωτογενώς με φυσικά και όχι τεχνητά υλικά, αποτέλεσμα εικόνων διαρκώς ανακυκλούμενων -όλες μέσα από μια οθόνη, μια είδηση, μια πλατφόρμα, ακόμα και μέσα απ’ την τεχνητή νοημοσύνη την οποία καθόλου δεν φοβάμαι.
Δηλαδή;
Δεν είμαι καθόλου οπισθοδρομικός, αλλά θεωρώ ότι η τεχνητή νοημοσύνη θέλει διαχείριση -είναι αντίστοιχη της πυρηνικής ενέργειας. Είναι ικανή για το Ναγκασάκι αλλά και για να μας σώσει απ’ το πρόβλημα της ενέργειας. Και τώρα δεν είμαστε, θεωρώ, σε μια ισορροπημένη διαχείριση. Οπότε έχουμε έναν εκφυλισμό της φυσικής σκέψης. Οι άνθρωποι που αναρωτιούνται, διαβάζουν ή συνομιλούν για ποίηση, τέχνη, βάθος, σπανίζουν.
Αισθάνεστε παράταιρος με την εποχή μας;
Όχι. Ανήκω στην εποχή αλλά ταυτόχρονα δεν ανήκω σ’ ένα κομμάτι της, το κομμάτι της εικονικής πραγματικότητας. Εκεί δεν υπάρχω καθόλου. Αυτή την επικοινωνία των ανθρώπων μέσα απ’ τις πλατφόρμες δεν την έχω καθόλου -δεν έχω social media, δεν έχω τίποτα απ’ όλα αυτά…
Είναι και μια προστασία;
Στον απόλυτο βαθμό. Δεν μπορώ να το διαχειριστώ όλο αυτό. Καταλαβαίνω τους ανθρώπους που μπορούν, καταλαβαίνω και τη γοητεία που μπορεί να έχει, την ωφέλεια, τη χρησιμότητα, πόσο πολύτιμο είναι επαγγελματικά. Δεν το σνομπάρω και θεωρώ ότι στην εξέλιξή του μπορεί να είναι ένα υπέροχο πράγμα. Επίσης είναι συντροφιά για μοναχικούς ανθρώπους -η μητέρα μου ζωγραφίζει μέσα απ’ το facebook κι έχει κάνει τρομερά πράγματα. Ωστόσο, η επικοινωνία μέσα απ’ αυτό, σαν κύριο τρόπο, κι η ανακύκλωση των πραγμάτων που κυκλοφορούν, έχει κάτι το τρομακτικό για μένα. Όπως και η διάσπαση προσοχής που έχει δημιουργήσει -κι αυτό έχει κάτι το τρομακτικό για μένα: Την ανάγκη μας, διαρκώς, για κάτι άλλο…
Στο «Σκοτάδι», πέρα απ’ το κύριο, πυρηνικό του στοιχείο που με οδηγεί, υπάρχει κι ένα αισθητικό: Εντάξει με την εικόνα, αλλά δεν είναι όλα εικόνα, δεν είναι μόνο θέαμα. Αντέχει κάποιος στο σκοτάδι, αντέχει να μην βλέπει για λίγο;
Σαν την ησυχία: Αντέχουμε στην ησυχία;
Αντέχουμε στην ησυχία, στην απραξία, στην αδράνεια ενώ παραμένουμε ενεργοί; Και δεν εννοώ την οκνηρία, την τεμπελιά. Αλλά μια μη δραστηριότητα ξοδέματος ενέργειας χωρίς ουσία… Αντέχουμε; Και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου. Εγώ δυσκολεύομαι πολύ στην αδράνεια, κυρίως στη νοητική. Να σταματήσω τις σκέψεις μου, κυρίως τις άχρηστες, αυτές που λειτουργούν σαν δηλητήριο και με τροφοδοτούν με περιττή αναστάτωση, αγωνία. Είμαι εξαρτημένος απ’ την αγωνία, είναι πια συνειδητό.
«Πρόβα ζωής είναι το θέατρο, σε ασφαλές περιβάλλον».
Υπάρχει στις μέρες μας μια ανάγκη λύσης, να τα λύσουμε όλα και να πάμε παρακάτω. Για μένα, και δανείζομαι απ’ την ταινία «Beautiful Mind» για τον Νας, υπάρχει κάτι ωραιότερο απ’ τη λύση: Η αναγνώριση και η τοποθέτηση. Η λύση έχει κάτι που με τρομάζει λίγο -μακάρι να λύνονται τα πράγματα, αλλά δεν λύνονται όλα ούτε μπορεί η λύση να ’ναι αυτοσκοπός. Μπορείς ν’ αναγνωρίσεις τα πράγματα, να τα τοποθετήσεις κάπου.
Το πιο παρηγορητικό στην ψύχη μου δεν είναι να καταλάβω από πού προέρχονται τα πράγματα για να τα λύσω. Περισσότερο θέλω να εξηγήσω μια προέλευση, να τα τοποθετήσω και να πορευτούμε μαζί -όπως ο Νας στην ταινία. Να ξεκαθαρίσει το δωμάτιο, και κάποια πράγματα που ήταν μες στη μέση να πάνε λίγο πιο εκεί, για να μην σκοντάφτω πάνω τους όλη την ώρα -κι ας είμαι ευγνώμων και γι’ αυτά, γιατί μ’ έφεραν ως εδώ.
Αυτή η εσωτερική αναστάτωση σας οδήγησε στο θέατρο;
Στον απόλυτο βαθμό… Αυτή και κάτι που περιέχεται μέσα σ’ αυτή, και είναι η ανοικειότητά μου με τη ζωή. Η δυσκολία μου, πολλά χρόνια, να νιώθω οικεία μέσα στην πραγματικότητα, μέσα στη ζωή.
Δεν το εκπέμπετε όμως;
Πράγματι. Όσο περνά ο χρόνος νιώθω όλο και πιο βολικά και είμαι περήφανος γι’ αυτό γιατί είναι ένα δικό μου κεκτημένο. Το ’χω κάνει με πολύ κόπο. Με αφορά και γι’ αυτό το δουλεύω: Να νιώσω οικειότητα με τους ανθρώπους και με τη ζωή. Και το κάνω και μέσα απ’ τη δουλειά μου και σε προσωπικό επίπεδο. Αλλά η δουλειά αποτέλεσε τεράστια πηγή βοήθειας, γιατί πρόβα ζωής είναι το θέατρο, πρόβες ζωής σε ασφαλές περιβάλλον, σαν πείραμα. Μόνο που στο θέατρο είμαι ελεύθερος να νιώσω ό,τι θέλω χωρίς να φοβάμαι ότι θα πάθω κάτι, ενώ στη ζωή φοβάμαι. Και ξαφνικά άρχισα ν’ αναγνωρίζω τα συναισθήματά μου, τι μ’ αρέσει, τι δεν μ’ αρέσει, που νιώθω καλύτερα, κι αυτό άρχισα να το απλώνω στη ζωή.
Παρόλα αυτά, κάνατε παιδιά στα 25 σας…
Ο Τολστόι έχει ένα διήγημα που με ταράζει πολύ -λέγεται «Ο διάβολος». Εκεί μέσα λέει ότι οι άνθρωποι νομίζουν ότι συντηρητικοί είναι οι μεγάλης ηλικίας, αλλά κάνουν λάθος. Βαθιά συντηρητικοί και οι πιο συντηρητικοί συνήθως είναι οι νέοι άνθρωποι, εκείνοι που πριν προλάβουν ν’ αναγνωρίσουν πως επιθυμούν να ζήσουν και ν’ ανακαλύψουν τον εαυτό τους, αρπάζουν το πρώτο γνωστό μοντέλο ζωής και το κάνουν δικό τους. Αυτός είναι ο πιο σοβαρός τρόπος συντηρητισμού. Εγώ είμαι ευγνώμων για την ύπαρξη των παιδιών μου. Θεωρώ ότι τίποτα δεν μπορεί να σε μετακινήσει όσο η ύπαρξη ενός παιδιού, η αναγκαστική μετακίνηση απ’ το κέντρο του κόσμου σου είναι σωτήρια. Αλλά δεν πιστεύω ότι ήταν μια συνειδητή πράξη -κι ας έλεγαν «θέλω» οι επιθυμίες μου. Τώρα κοιτάζοντας πίσω, ευγνώμων γι’ αυτό και ευτυχής που συνέβη, οφείλω ν’ αναγνωρίσω ότι δεν ήταν αποτέλεσμα επιλογής. Ήταν αυτόματο οικείο μοντέλο. Αυτό ήξερε ο μηχανισμός μου να κάνει, αυτό έκανε ο μπαμπάς μου, αυτό έκανα κι εγώ, τόσο απλά, συντηρητικά -και δεν τρομάζω να το πω…
Νιώσατε από νωρίς ότι το θέατρο είναι ο τόπος σας;
Ναι, απ’ το πρώτο λεπτό. Από όταν ήμουν μαθητής και έπαιζα σε κάτι ερασιτεχνικές ομάδες στο Χολαργό και στο Χαλάνδρι. Ως τα 15 δεν είχα καμία επαφή με το θέατρο -πρέπει να με είχαν πάει οι γονείς μου μόνο στον «Οδυσσεβάχ», αρχές του ’80, σε σκηνοθεσία Φασουλή με τον Μαρμαρινό…
Για κάποιο παράξενο λόγο η ποίηση με αναστάτωνε. Ο πατέρας μου είχε-έχει πάντα μεγάλη βιβλιοθήκη. Σεφέρης, Καβάφης, Γκάτσος με τάραζαν στην ηλικία των 9-10, 12. Μ’ άρεσε να διαβάζω ένα ποίημα δυνατά, στους άλλους, να με ακούει κάποιος. Δεν είχε καθόλου περάσει απ’ το μυαλό μου ότι αυτό μπορεί να σχετίζεται με το θέατρο. Στα 15 έτυχε να παίξω σε μια παράσταση ερασιτεχνικά και εκεί ακαριαία συνειδητοποίησα ότι αυτό είναι -δεν το ξανασκέφτηκα ποτέ. Μετά ξεκίνησα να βλέπω θέατρο.
Πότε νιώσατε ότι βρήκατε τη θέση σας;
Θεωρώ, και είμαι ευγνώμων, ότι τα πράγματα είχαν μια ομαλή πορεία και από νωρίς μου έφεραν μεγάλα πράγματα. Οπότε ήμουν χορτάτος. Ας είμαστε ειλικρινείς: Δεν μπορείς να μιλάς σ’ έναν άνθρωπο που πεινάει για διαχείριση πολυτελών πραγμάτων, συμπεριφορών, ευγένειας. Οπότε και στα ερωτικά ζητήματα και στα ζητήματα της διαβίωσης, της επιβεβαίωσης, της αναγνώρισης οι άνθρωποι είναι σπουδαίο να χορτάσουν νωρίς. Να πάρουν αγάπη, να ερωτευτούν, να ζήσουν το σώμα τους, να χορτάσουν τις φιλοδοξίες και τις επιθυμίες τους και κάπως αυτό να ’ρθει σ’ έναν λογαριασμό για να ξεκινήσει η ουσία. Εγώ μέχρι τα τριάντα είχα κάνει και παιδιά, είχα πάρει αναγνώριση, με ήξεραν και απ’ την τηλεόραση, έπαιρνα χρήματα. Και όχι κατόπιν σχεδίου ή στρατηγικής αλλά από καθαρή περιέργεια κι ένα ένστικτο που με οδηγούσε σε πολλά, διαφορετικά πράγματα. Και δεν μετανιώνω για τίποτα.
Σας έχουν επηρεάσει σκηνοθέτες;
Σίγουρα αλλά όχι μ’ έναν τρόπο αναφοράς. Υπάρχουν μέσα μου όλες αυτές οι φωνές που κάτι κίνησαν, ερέθισαν, κινητοποίησαν, ενέπνευσαν κι εγώ τις κουβαλάω και τις ευχαριστώ. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον Λευτέρη Βογιατζή: Το 1998 είχα παίξει στη «Νύχτα της κουκουβάγιας». Με είχε δει σ’ έναν ρόλο στο Θέατρο Τέχνης και όταν πήγα να δω το έργο του Διαλεγμένου -το είχε ανεβάσει για έναν μήνα, την άνοιξη, μου πρότεινε να παίξω απ’ τη νέα σεζόν. Δεν ξαναέπαιξα ποτέ μαζί του -είχαμε μια δύσκολη σχέση. Αργότερα μιλήσαμε για 3-4 έργα, ως το τελευταίο, αλλά δεν συνέβη. Μας ένοιαζε τρομερά αν ο Λευτέρης θα δει μια παράστασή μας -κάτι λέει αυτό. Υπάρχουν κι άλλοι, και νεότεροι… Θεωρώ ότι ο Λευτέρης σίγουρα αποτελεί ένα σημείο στο οποίο μπήκε ένα μέτρο για το τι είναι πραγματικά καλό, μια μέτρηση μεγεθών.
«Το «Camping» έχει κάτι πολύ ωραίο, που ακροβατεί σε μια περιοχή, όχι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ελλάδα, -λίγο crime, λίγο αστυνομικό, με σασπένς αλλά και χιούμορ, χωρίς να είναι βαρύ».
Όπως ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Όταν τον άκουγες να μιλάει, δεν μπορεί να μην ένοιωθες ότι έβαζε ένα μέτρο, έναν πήχη στο τι σημαίνει τοποθετούμαι, τι σημαίνει διανοούμενος, φελλός, εξυπνάκιας, ουσία, μπουρδολογία… Τέτοιοι άνθρωποι είναι ένα μέτρο, βάζουν μια τάξη μεγέθους μέσα στο δωμάτιο και ξαφνικά σ’ αυτό το δωμάτιο υπάρχει ένας χάρτης. Κι εγώ αυτό το βρίσκω εμπνευστικό και όχι καταπιεστικό. Κι όταν λείπει νιώθεις πιο φτωχός. Θυμάμαι όταν πέθανε ο Γιανναράς, ήμουν στον αυτοκίνητο: Σταμάτησα και στάθηκα παράμερα…
Και η τηλεόραση;
Η τηλεόραση για μένα ήταν πάντα μαζί με τον κινηματογράφο. Ζούμε σε μια χώρα που ο κινηματογράφος, στα χρόνια τα δικά μου τουλάχιστον, υπήρξε μια λεπτομέρεια, μια πολυτέλεια, όχι κάτι κεντρικό. Οπότε για όλους εμάς που μας αρέσει να κάνουμε γυρίσματα, η τηλεόραση ήταν-παραμένει ο μόνος δρόμος. Δεν έχω κάνει και πολύ –απ’ το 2010 ως το 2020 απείχα.
Μιλήστε μου για το «Camping», τη νέα σειρά του Mega…
Το «Camping» έχει κάτι πολύ ωραίο, που ακροβατεί σε μια περιοχή, όχι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ελλάδα, -λίγο crime, λίγο αστυνομικό, με σασπένς αλλά και χιούμορ, χωρίς να είναι βαρύ. Προσπαθεί να πει μια ιστορία, έχει πλήθος χαρακτήρων, 15 πρωταγωνιστές. Σαν ωραίο φαγητό σε ωραίο κλασικό εστιατόριο. Και δεν αναφέρομαι στο αποτέλεσμα αλλά στην πρώτη ύλη, στην πρόθεση των ανθρώπων, στο φρόντισμα -κι όλο μαζί έχει κάτι το λαχταριστό.
Ο ήρωάς σας θυμίζει τον «Κλέωνα» του Χορν στο «Μια ζωή την έχουμε»…
Είναι αλήθεια ότι δύο κεντρικοί πυλώνες του «Μια ζωή την έχουμε» υπάρχουν στον ήρωά μου. Ο πρώτος είναι η τιμιότητά του, γιατί μιλάμε για έναν άνθρωπο ακέραιο, τίμιο κι όχι έναν απατεώνα, που δεν θα του πέρναγε ποτέ απ’ το μυαλό ν’ αρπάξει λεφτά και να φύγει. Ο άλλος είναι η δειλία. Δύο ποιότητες που είναι και συγγενείς, γιατί δεν ξέρουμε πόσο η τιμιότητα είναι αποτέλεσμα απόφασης ή δειλίας. Κάποια στιγμή ο ήρωάς μου σκάει, όπως σκάει και ο Χορν, και παίρνει αυτό που πιστεύει ότι του αναλογούσε. Μετά αποχωριζόμαστε απ’ τον Χορν και ο ήρωάς μου πηγαίνει σε δρόμους πιο αμερικάνικους σε περιπέτεια και σασπένς…
Στο «Camping» μ’ άρεσε κι ο ρόλος. Αλλά στην τηλεόραση όπως και στο θέατρο δεν είναι ο ρόλος που μ’ απασχολεί, είναι η ιστορία. Και στο «Camping» μ’ άρεσε πολύ. Έχει χιούμορ, μαύρο χιούμορ, αλλά κυρίως μια ιστορία που παρακολουθείς -με καλούς, κακούς, κλέφτες…
Κάνετε camping;
Είμαι πολύ φαν. Έχω κάνει και ελεύθερο όλα μου τα παιδικά χρόνια -και πρόσφατα, και είμαι ευγνώμων γιατί όλη η αίσθηση της ελευθερίας πηγάζει απ’ αυτά τα χρόνια. Αργότερα, παντρεμένος με παιδιά, έκανα και οργανωμένο.
Παρότι η δουλειά σας εμπεριέχει τη δημοσιότητα, την αποφεύγετε…
Πράγματι όσο αντιφατικό κι αν είναι αυτό. Στο κομμάτι της δουλειάς μου επιθύμησα και επιθυμώ και την αναγνώριση και την «διασημότητα». Στο κομμάτι που τελειώνει η δουλειά προτιμώ να μην ξέρει κανείς τίποτα. Και ό,τι ξέρει δεν ήταν επιλογή μου. Αλλά δεν το κατηγορώ ούτε με πειράζει. Δεν γίνεται να θες να τρως γλυκά και να μην πάρεις ούτε ένα κιλό… Θες να είσαι μέσα στα φώτα της δημοσιότητας, να είσαι και γνωστός, να ’ρχονται να σε βλέπουν, να παίζεις και στην τηλεόραση. Και δεν θες ν’ ασχολούνται μαζί σου; Γίνεται; Δεν γίνεται… Έχει κάτι υποκριτικό όλο αυτό αλλά και αχάριστο. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που ασχολούνται μαζί σου καμιά φορά και για λάθος λόγο, είναι οι ίδιοι που ασχολούνται και για τον σωστό. Νομίζω πως έχω μια υγιή και προσγειωμένη σχέση μ’ αυτά τα πράγματα. Δεν μ’ αρέσει καθόλου να βλέπω τ’ όνομά μου σε σχέση με την ερωτική μου ζωή, όμως δεν είμαι αυτός που θ’ απειλήσει κιόλας -αλίμονο…
Δημοσιότητα και παιδιά: Μεγαλύτερη ευθύνη;
Ευθύνη; Τρόμο αισθάνομαι και δεν είναι υγιές. Είμαι εμμονικός άνθρωπος, παθαίνω φοβίες. Φοβάμαι μη τυχόν και ειπωθεί κάτι για μένα που θα φέρει τα παιδιά μου σε δύσκολη θέση, θα νιώσουν άβολα ή θα ντραπούν. Προσπαθώ να το προστατεύσω όλο αυτό. Δεν εμπλέκω πάντως πολύ τα παιδιά μου με τη δουλειά μου -δεν μπήκε ποτέ στη ζωή τους το «θα βλέπουμε τον μπαμπά». Εγώ δεν έχω καλέσει ποτέ κανέναν, ούτε τους γονείς μου, σε παράσταση -αν θέλουν, έρχονται. Κι όποιος έρθει, μετά, δεν θέλω να το συζητήσουμε είτε του άρεσε είτε όχι. Ντρέπομαι…
Έχω μια αγωνία, διάχυτη, σαν να είμαι μονίμως σε πυρετό. Τώρα πια που κοντεύω τα 50 λέω «μην τα θες όλα δικά σου». Όπως για τη διασημότητα, έτσι και για την αγωνία. Μια ανησυχία γόνιμη έχει σαν τίμημα και μια άχρηστη μαζί.
Απολαμβάνετε περισσότερο τα πράγματα μεγαλώνοντας;
Ναι. Τίποτα ωραιότερο από κάθε μέρα που περνάει. Δεν θέλω καθόλου να ήμουν 20, 30, 40. Μ’ αρέσει το τώρα και, γιατί όχι, και το μετά. Το μόνο που σκέφτομαι είναι την ανυπαρξία, τον θάνατο…
Ο Γιόζεφ Κ. στη «Δίκη» του Κάφκα, παραμένει σύγχρονος;
Είναι απόλυτα σημερινός. Αυτό που ζει μπορεί να το αναγνώσει κανείς ως τη δυσκολία να συνειδητοποιήσει τι του καταλογίζεται, τι του χρεώνεται, για ποιο πράγμα κυνηγιέται, γιατί δεν μπορεί να ζήσει. Αλλά μπορεί και να διαβαστεί ως ένα κοινωνικό σχόλιο ή υπαρξιακό -που με αφορά και περισσότερο: Ποιες δυνάμεις μέσα του τον κατηγορούν, ποιες δεν του επιτρέπουν να ζήσει, τι του χρεώνει ο εαυτός του που δεν ξέρει καν τι είναι, για ποιο πράγμα νιώθει ένοχος, από τι διώκεται και δεν θα ξεφύγει ποτέ και θα πεθάνει σαν το σκυλί, ενώ δεν έχει ακούσει καν την κατηγορία. Οπότε δεν είναι απλά σημερινός, είναι παντοτινός. Ο Γιόζεφ είναι από τα πιο συνταρακτικά δείγματα περιγραφής ανθρώπου -περιγράφει την τεράστια δυσκολία του να υπάρχουμε. Και τον συναντάω μέσα μου στον απόλυτο βαθμό. Απλώς εκείνος δεν έχει καθόλου συνείδηση, προσπαθεί να αποκτήσει αλλά… Χωρίς να θεωρώ τον εαυτό μου πιο συνειδητό απ’ τον Γιόζεφ, νιώθω ότι, κάπως, ο χάρτης αυτού του δικαστηρίου μέσα στην ψυχή μου είναι λίγο πιο συγκεκριμένος.
Κεντρική Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/SOOC



