Skip to content
Διάρκεια άρθρου: Λιγότερο απο 1 λεπτό Λεπτά

Μαριάννα Κιμούλη: «Το θέατρο είναι ένας δρόμος να εκτεθείς, όχι να κρυφτείς» | ΤΟ ΒΗΜΑ

Google Button Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγήΌλα ξεκίνησαν από ένα τηλεφώνημα που είχα απ’ την εταιρεία παραγωγής (Αργοναύτες) για casting. Πέρασα τρία casting, το πρώτο μόνη μου, το δεύτερο με τον Βασίλη Μπισμπίκη για να δουν κατά πόσο υπάρχει χημεία μεταξύ μας, μετά το 3ο και κάπως έτσι μου ανακοινώθηκε ότι πήρα τον ρόλο της Μαρκέλλας Ξηράκη.Στο θέατρο εκθέτεις τον εαυτό σου, κι εγώ έτσι το έβλεπα πάντα, αυτή είναι και η μαγεία. Υπάρχουν βέβαια πολλοί δρόμοι – κάθε καλλιτέχνης διαλέγει τον δικό του.

Ποιες είναι οι πρώτες εικόνες θεάτρου που έχετε; Πηγαίνατε από μικρή με τον Γιώργο Κιμούλη, τον πατέρα σας…

Ναι, από μωρό. Το λάτρευα. Θα ‘θελα να ‘μαι μόνο εκεί. Θυμάμαι την Επίδαυρο. Με θυμάμαι να κοιμάμαι στις κερκίδες γιατί η πρόβα είχε πάει πολύ αργά. Πρέπει να ήταν στην «Αντιγόνη». Μ’ άρεσε να πηγαίνω στις πρόβες, ήθελα να πηγαίνω και στις περιοδείες, τρελαινόμουν.

Ό,τι είχε να κάνει με θέατρο, ήθελα να βρίσκομαι εκεί. Η πιο έντονη ανάμνηση που έχω είναι παραμονή Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς, πολύ μικρή μεν αλλά έχοντας ήδη μάθει την κονσόλα, να γράφω φώτα με τον πατέρα μου για την παράσταση. Ο πατέρας μου περιγράφει αυτή την ιστορία με τρομερές ενοχές για μένα, ενώ εγώ την έχω στο κεφάλι μου ως την καλύτερη παραμονή μου…

Μάθατε ν’ αγαπάτε το θέατρο σχεδόν αυτονόητα;

Ναι, αλλά θα μπορούσα και να το έχω σιχαθεί… Νομίζω ότι ισχύει αυτό που λένε ότι αν ένα παιδί γνωρίσει αυτόν τον κόσμο από μικρή ηλικία θα είναι άσπρο ή μαύρο. Είναι ένας πολύ έντονος χώρος που είτε θα σε μαγέψει είτε θα σε απωθήσει. Δεν νομίζω ότι μπορεί να ‘ναι κάποιος στη μέση…

Ο πατέρας σας μοιραζόταν τις σκέψεις του για το θέατρο μαζί σας;

Βέβαια, και τώρα. Τα μοιραζόμασταν όλα πάντα. Κι επειδή το θέατρο ήταν και είναι ένα τεράστιο κομμάτι της δικής του ταυτότητας, συζητούσαμε τα πάντα και μου έδειχνε και μεγάλη εμπιστοσύνη, μου ‘δινε χώρο να πω την άποψή μου. Δεν με αντιμετώπισε ποτέ ως παιδί ή ότι ξέρω κάτι λιγότερο από εκείνον.

Κι αυτό ήταν κάτι πολύ απελευθερωτικό μετά για μένα. Όπως έλεγαν οι γονείς παραμύθια στα παιδιά τους, την «Κοκκινοσκουφίτσα» κι άλλα τέτοια, εμένα μου ‘λεγε την «Δωδέκατη Νύχτα» για να κοιμηθώ…

«Η Μαρκέλλα είναι ένα πολύ δυναμικό πλάσμα στο οποίο δεν αρέσει καθόλου να του βάζουν όρια. Η πορεία της είναι μια ιστορία ενηλικίωσης».

Δεν συνέβη το ίδιο με τα εξίσου ισχυρά ενδιαφέροντα της μητέρας σας, της Μαρίας Δαμανάκη; Μεγαλώσατε με δύο γονείς που ο καθένας τους έφερε έναν δικό του κόσμο…

Πράγματι. Η πολιτική με ήλκυσε στον βαθμό που βλέπω συνομήλικούς μου που δεν είναι πολιτικοποιημένοι και ειλικρινά δεν το καταλαβαίνω. Ένας άνθρωπος είναι πολιτικό ον είτε το θέλει είτε όχι. Η μητέρα μου μ’ έκανε να ψαχτώ από μικρή ηλικία στο να φανταστώ σε τι κόσμο θα ‘θελα να ζω.

Διάβαζα από πολύ μικρή, χωρίς να με πιέζουν οι γονείς μου. Θυμάμαι τη μητέρα μου να μου δίνει βιβλία ιστορίας και να μου λέει «διάβασέ το, είναι πολύ καλό». Δεν ξέρω αν αυτό συνέβαινε σ’ άλλα σπίτια…

Μάθατε τη σύγχρονη ιστορία μέσα απ’ τη ματιά της – Χούντα, Πολυτεχνείο, Μεταπολίτευση;

Και ναι και όχι. Γιατί η μητέρα μου πάντα μ’ έσπρωχνε να ‘χω εγώ τη δική μου άποψη. Ήταν πάντα προσεκτική στο να με σπρώξει να διαβάσω και να μάθω ιστορία, να ‘χω επαφή με το τι συμβαίνει κοινωνικο-πολιτικά, αλλά κρατούσε πάντα και μια απόσταση. Συζητούσαμε και πάντα είχα τον χώρο να εκφραστώ.

Συζητούσατε πολύ στο σπίτι σας…

Από συζήτηση άλλο τίποτα. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

Σας ενοχλεί ότι πάντα σας ρωτάνε για τους γονείς σας, όπως τώρα εγώ;

Μα είναι κομμάτι μου. Έχουν υπάρξει πυλώνες σε σχέση με το ποια είμαι σήμερα. Αν απαρνηθώ κάτι σε σχέση μ’ εκείνους είναι σαν να απαρνούμαι ένα δικό μου κομμάτι. Ξέρω ότι αν ήταν απλά ο Γιώργος κι η Μαρία δεν θα με ρωτούσαν αλλά δεν είναι.

Θέλω να πιστεύω ότι όταν περάσουν τα χρόνια και χτίσω κι εγώ τη δική μου επαγγελματική πορεία θα συμβαίνει όλο και λιγότερο. Αλλά προς το παρόν δεν έχω τέτοιες απαιτήσεις και για να ‘μαι ειλικρινής το βρίσκω και φυσιολογικό. Το μόνο που μ’ απασχολεί είναι ότι μιλάω για ανθρώπους που δεν είναι τώρα εδώ στην κουβέντα μας.

Είναι όμως γνωστοί στον κόσμο…

Ναι, αλλά εγώ δεν τους έχω γνωρίσει έτσι όπως τους έχει γνωρίσει ο κόσμος. Για μένα είναι η μητέρα μου κι ο πατέρας μου. Δεν είναι η δημόσια εικόνα τους ούτε ποτέ προσποιήθηκαν ότι είναι κάτι άλλο. Οπότε είναι διαφορετικός ο τρόπος που εγώ τους ξέρω.

Εκπέμπετε μια σεμνότητα, μια ησυχία. Ίσως είναι και μια απάντηση στην επωνυμία σας;

Δεν ξέρω αν έχει γίνει συνειδητά ή μη αλλά έχει να κάνει και με το πως είμαι εγώ ιδιοσυγκρασιακά. Είμαι εσωστρεφής. Μ’ αρέσει να εκτίθεμαι μέσω της δουλειάς μου και στους δικούς μου ανθρώπους. Όλα τ’ άλλα είναι κόντρα στον χαρακτήρα μου. Σίγουρα θα έπαιξε ρόλο το περιβάλλον μου, αλλά ο τρόπος που με μεγάλωσαν δεν είχε σχέση μ’ όλα αυτά. Μπορεί υποσυνείδητα να έπιασα κάτι και να επέλεξα να κινούμαι πιο ήσυχα, πιο ήρεμα – δεν το αποκλείω.

Στο θέατρο, απ’ τη Σχολή κιόλας, το επώνυμό σας λειτούργησε θετικά ή αρνητικά;

Στη σχολή δεν το συνάντησα ποτέ αυτό, ούτε το σκέφτηκα. Στάθηκα και τυχερή με τα παιδιά στη χρονιά μου. Ήμασταν ένα πολύ ιδιαίτερο έτος, μας συνδέουν πολλά. Είμαι ένας άνθρωπος που δουλεύει πολύ. Έχω εμμονή με τη δουλειά, οπότε μπορεί, μ’ έναν τρόπο, να το διεκδίκησα κι εγώ.

Αλλά γενικότερα θα ‘λεγα ότι την επωνυμία μου δεν την έχω συναντήσει στον βαθμό που ο κόσμος θα περίμενε να την έχω συναντήσει. Στο Λονδίνο ήθελα να πάω γιατί εκεί ήταν το όνειρό μου να σπουδάσω θέατρο. Ταυτόχρονα είναι και μια χώρα με την οποία είχα σύνδεση από μικρή.

«Δεν μ’ αρέσει καθόλου ο όρος μοιραία γυναίκα, γιατί δεν είναι ένα χαρακτηριστικό αλλά φέρει μια κρίση ως προς το αποτέλεσμα».

Δεν μείνατε όμως εκεί για δουλειά; Είναι και δύσκολες οι συνθήκες;

Η μοναξιά έπαιξε ρόλο. Ήμουν πολύ μικρή. Αν έφευγα τώρα ίσως να ήταν αλλιώς, να είχα άλλες αντοχές. Η ακραία μοναξιά έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Επαγγελματικά τα πράγματα πήγαιναν καλά, είχα ευκαιρίες, διασυνδέσεις, είχα αρχίσει να χτίζω έναν κύκλο ανθρώπων. Θα έβρισκα κι άλλες δουλειές, το ‘ξερα. Άλλωστε μ’ αυτόν τον στόχο μπήκα και στο BBC.

Αλλά η μοναξιά ήταν αρκετά βίαιη για ένα παιδί 20 χρόνων -τεράστια πόλη που κινείται σε τρομακτικούς ρυθμούς. Για να κυνηγήσω πράγματα δεν είχα χρόνο ούτε για καφέ μ’ έναν άνθρωπο -σπούδαζα, δούλευα.

Οπότε κατέληξα να είμαι πολύ μόνη, να μην έχω ζήσει πράγματα που είναι απαραίτητα να ‘χεις ζήσει στα 20, πόσο μάλλον όταν θέλεις να γίνεις ηθοποιός – πρέπει να ‘χεις εμπειρίες. Κάποια πράγματα δεν γίνεται να τα ονειρευόμαστε, πρέπει και να τα ζούμε. Οπότε γύρισα και είμαι μια χαρά.

Ποιοι είναι οι στόχοι σας;

Ο στόχος νομίζω ότι έχει ξεκαθαριστεί τον τελευταίο χρόνο. Ως τώρα ήταν λίγο θολά τα πράγματα. Ήξερα ότι σίγουρα θέλω να κάνω θέατρο και κινηματογράφο και τηλεόραση – αλλά το θέατρο έρχεται και θα ‘ρχεται πάντα πρώτο, γιατί το θέατρο ερωτεύθηκα. Επίσης εγώ όταν βγήκα απ’ την σχολή ήρθε ο covid και ήταν σαν να μας τραβούσαν τη γη κάτω απ’ τα πόδια.

Οπότε αυτό μου δημιούργησε έναν φόβο να σκεφτώ, να ονειρευτώ, κάτι που στερηθήκαμε όλοι εμείς που βγήκαμε εκείνη την περίοδο. Τώρα, σταδιακά, έχω αρχίσει να μπορώ ν’ αρθρώνω κάποια πράγματα. Ένα όνειρό μου είναι να είμαι σε μια παράσταση – κλασικό έργο άμα γίνεται, που να μπορέσει να συγκινήσει πάρα πολύ κόσμο…

Τι πιστεύετε για την εγχώρια θεατρική παραγωγή;

Για μένα το βασικότερο, πάντα, είναι το να είναι κατανοητή η ιστορία. Ακούγεται απλό, ίσως και αστείο, αλλά πλέον έχει καταλήξει να μην είναι δεδομένο. Σ’ έναν μεγάλο αριθμό παραστάσεων μπορεί να βλέπουμε πολύ περισσότερο μια σκηνοθετική ιδέα ή έναν σκηνοθετικό κόσμο αλλά κάπου χάνεται η ιστορία -ή, καμιά φορά, δεν υπάρχει.

Ταυτόχρονα υπάρχει και μια απόσταση είτε απ’ την ιστορία προς τον θεατή είτε απ’ τον ηθοποιό προς αυτό που καλείται να κάνει είτε μέσω σκηνοθετικών τεχνασμάτων. Μ’ αυτή την απόσταση δεν έχω αρθρώσει ακόμα άποψη.

Όταν όμως ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου έχουμε απόσταση απ’ τα πάντα -έχει παίξει ρόλο και η τηλεόραση, το να πηγαίνεις να βλέπεις θέατρο, που είναι κάτι ζωντανό, και να βλέπεις κι εκεί πάλι μια απόσταση, με ανησυχεί λίγο. Ταυτόχρονα υπάρχουν και παραστάσεις που με συγκίνησαν και ζήλεψα και θα ‘θελα να ήμουν μέρος τους – όπως τα «Ανεξάρτητα Κράτη». Αλλά πάλι αυτό έχει να κάνει με το γεγονός ότι εμένα με συγκινεί ο ρεαλισμός γιατί κουβαλάει μια αλήθεια την οποία την στερούμαστε ως εποχή.

Μήπως δεν ταιριάζετε ιδιαίτερα στην εποχή μας;

Νιώθω ότι αν απαντήσω ναι, είναι σαν να παρατάω τα όπλα. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι σαν κι εμένα, και της γενιάς μου, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι ν’ αντισταθούν σε πολλά που μπορεί να ‘ναι πολύ μεγαλύτερα από εμάς και είναι χαρακτηριστικά της εποχής μας. Παράλληλα πιστεύω ότι κάθε εποχή έχει και τα θετικά της και πρέπει να κυνηγάμε να τα βρίσκουμε και να μιλάμε γι’ αυτά μέσα απ’ την τέχνη. Και θέλω να ‘χω το δικαίωμα να τα ονειρεύομαι ακόμα.

Ποιο είναι το πρόβλημα της γενιάς σας;

Η ταχύτητα μαζί με τις χιλιάδες προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που έχουμε, νομίζω. Ανοίγεις το κινητό σου και υπάρχει ένας καταιγισμός από πληροφορίες ενώ ταυτόχρονα δεν υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος ούτε να διασταυρώσεις ούτε ν’ αφομοιώσεις και να σχηματίσεις άποψη.

Ως γενιά καλούμαστε να ’χουμε άποψη για τα πάντα -δεν έχουμε τις δικαιολογίες των προηγούμενων γενιών, αλλά την ίδια στιγμή δεν υπάρχει χρόνος. Όλο αυτό δημιουργεί ένα μούδιασμα, ίσως και μια αδιαφορία απέναντι σε πολλά. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που αντιστέκονται. Είναι λίγοι, αλλά υπάρχουν. Και πιστεύω ότι μέσω του θεάτρου, της τέχνης, μπορούμε ν’ αντισταθούμε ίσως και λίγο πιο ενεργά σ’ όλο αυτό.

«M’ αρέσει όταν μου δίνεται η ευκαιρία να δείξω τις άσχημες πλευρές μου. Πλευρές που ίσως, αν δεν ήμουν ηθοποιός, θα ‘θελα να κρύψω».

Θα παίζατε με τον πατέρα σας;

Ναι. Αναλόγως. Δεν το ’χουμε συζητήσει ακόμα. Πιστεύω ότι στο μέλλον θα γίνει, εγώ τουλάχιστον θα το ’θελα. Είναι κρίμα να μην το κάνουμε. Αν υπάρξει κι ένα έργο που να το ευνοεί, ακόμα καλύτερα. Εγώ θα ’θελα πολύ να γίνει…

Με τον πατέρα μου συζητάμε πάρα πολύ τα επαγγελματικά μας. Λατρεύουμε να διαφωνούμε και να τσακωνόμαστε πάνω σ’ αυτά. Μας συνδέει τόσο πολύ η αγάπη, η εμμονή, η τρέλα που έχουμε με το θέατρο. Είναι τόσο όμορφο να ’χεις έναν δικό σου άνθρωπο για να τα μοιράζεσαι όλα αυτά, είναι δώρο.

Τον συμβουλεύομαι μεν αλλά πάντα έχω τον χώρο να κάνω το δικό μου. Είμαι και ήρεμη και ήσυχη, αλλά είμαι και ξεροκέφαλη και πεισματάρα. Και κάνω του κεφαλιού μου.

Σκέφτεστε μια δική σας οικογένεια…

Πιστεύω στην οικογένεια. Δεν έχω ακόμα αποφασίσει αν θέλω να γίνω μαμά ή όχι. Το σκέφτομαι, το διαπραγματεύομαι, αν θα υιοθετούσα. Δεν έχω ακόμα απαντήσεις.

Έχω περάσει από διάφορα στάδια – πιο παλιά δεν ήθελα, μετά είπα ότι θέλω, τώρα είμαι πάλι σ’ ένα ενδιάμεσο, σκεπτόμενη τον κόσμο στον οποίο θα φέρω ένα παιδί. Αν οι άνθρωποι έκαναν αυτές τις σκέψεις δεν ξέρω αν θα γίνονταν γονείς…

Αλλά στη φάση που είμαι τώρα ονειρεύομαι περισσότερο τα επαγγελματικά μου. Φτιάχνω σενάρια στο μυαλό μου κι έρχεται η ζωή και κάνει τα δικά της αλλά εγώ συνεχίζω. Γενικά θα ’λεγα ότι ετοιμάζομαι…

Κεντρική Φωτογραφία: Μενέλαος Μυρίλλας/SOOC

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/2026/09/12/culture/marianna-kimouli-vima-talks-to-theatro-einai-enas-dromos-na-ektetheis-oxi-na-kryfteis/ ανήκει στο θέατρο – ΤΟ ΒΗΜΑ .