
Υπό την απειλή ανατίναξης ενεργής βόμβας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου που αποκαλύπτεται σε εργοτάξιο, ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα εκκενώνονται στο Λονδίνο του σήμερα, αφήνοντας συμμορία διαρρηκτών να μπουκάρει ανενόχλητη στις θυρίδες μιας τράπεζας.
Όπως αυτή η ενεργή βόμβα της ταινίας που αποκαλύπτεται… «μούφα» (αν και εκρηκτική), έτσι και το σενάριο στο οποίο βασίζεται το «Fuze» καταλήγει να δείχνει τόσο στημένο σε ευρήματα που ακόμη και να μην έχεις πάρει χαμπάρι όλα τα μυστικά του, όταν σου σερβίρονται ως «ανατροπές», αισθάνεσαι κομμάτι προδομένος (για να το πω πιο ευγενικά…).
Η παράλληλη εξέλιξη της απόπειρας να βγει εκτός λειτουργίας η βόμβα και της επιχείρησης ληστείας κοντινής τράπεζας εύκολα (και γρήγορα) γίνεται αντιληπτό πως οδηγεί σ’ ένα κοινά οργανωμένο σχέδιο «αντιπερισπασμού» των Αρχών, που από κάποια στιγμή κι έπειτα θα εξελιχθεί σε καταδίωξη των παρανόμων, οι οποίοι έχουν και διάφορες έριδες μεταξύ τους σε σχέση με το πως θα γίνει η μοιρασιά των κλοπιμαίων.
Περιέργως, ο Ντέιβιντ Μακένζι σπαταλά περισσότερο χρόνο για να παρακολουθήσει τούτη την «προεργασία» της πλοκής, παρά να μπει στο βάθος της… προϊστορίας των χαρακτήρων που την αποτελούν και, σταδιακά, αρχίσει ν’ αποκαλύπτει άγνωστες και ιδιαίτερα συνωμοτικές πτυχές των προσωπικοτήτων τους. Σχεδόν ολόκληρη η πρώτη ώρα (!) σέρνεται δίχως σοβαρές εκπλήξεις ή κάποιο σκηνοθετικό highlight (ακόμη και στο κομμάτι της ληστείας, θα πρότεινα στον Μακένζι να κάτσει και να δει το «Ερωτικό Κτήνος» του Τζόναθαν Γκλέιζερ για… να πάρει μαθήματα φινέτσας στη διαχείριση παρόμοιας σεκάνς σε heist movie), με το υπόλοιπο ημίωρο να μπουκώνει από βεβιασμένα twists που αγωνίζονται ν’ ανασάνουν αφηγηματικά μέσα στο έργο, ενώ εκεί που θεωρείς πως τα πάντα έχουν λήξει… προκύπτει σαν «αλεξιπτωτιστής» κι ένα πιο (και καλά) επεξηγηματικό flashback σύνδεσης προσώπων από το παρελθόν, το οποίο ως «δεύτερο φινάλε» πάσχει από timing εμφάνισης και κάνει την όλη ίντριγκα να… τραβάει τα μαλλιά της για να πείσει!
Τελικά, ο Μακένζι λάμπει δημιουργικά όταν το σενάριο το οποίο υπηρετεί έχει ψυχή, χαρακτήρες κι έναν ουσιαστικό κοινωνικό αντίκτυπο («Πάση Θυσία», «Ο Μεσολαβητής»). Εδώ, ο Μπεν Χόπκινς ενδιαφέρεται περισσότερο για τις εντυπώσεις που θ’ αφήσει η πλοκή, αφήνοντας εκτεθειμένους όλους τους ήρωες του φιλμ που βασίζουν τα κίνητρά τους στην απληστία (μονάχα), δίχως κάτι πιο στιβαρό σε σκιαγράφηση. Ατυχώς, όσο αξιοπρεπές κι αν δείχνει το «Fuze», δεν νοιάζεται για τίποτε περισσότερο από τον σχεδιασμό ενός κεντρικού plot device, στο οποίο άπαξ και μπήκες στον μηχανισμό λειτουργίας του… το απενεργοποιείς και το απομυθοποιείς.


