Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

BACKROOMS

Ο ιδιοκτήτης ενός showroom επίπλων εντοπίζει μία ανεξήγητη χαραμάδα φωτός σ’ έναν τοίχο του καταστήματός του, ο οποίος τον «ρουφά» προς μία άλλη διάσταση του χώρου, αχανή, μυστηριώδη και ενδεχομένως επικίνδυνη. Τι μπορεί ν’ ανακαλύψει στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του για… τον εαυτό του;

Κάθε μέρα γινόμαστε «άλλοι» άνθρωποι. Είναι μία συνθήκη που καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, εξωτερικά και εσωτερικά. Καταστάσεις, οι γύρω μας, διάθεση και συναισθήματα, η ψυχολογική πίεση, η ηλικιακή ωρίμανση, ο χρόνος και η μνήμη, τα πάντα διαμορφώνουν ένα εγώ που, ενίοτε, ούτε εμείς οι ίδιοι δεν είμαστε σε θέση ν’ αναγνωρίσουμε! Αυτή είναι η ουσιαστική θεματική που διαχειρίζεται ο Κέιν Πάρσονς σε τούτο το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, το οποίο «πλασάρεται» ως φιλμ τρόμου, όμως, είναι περισσότερο ικανό να εξάψει επιστημονικά panel… ψυχαναλυτών!

Έχοντας προκαλέσει το hype ως Kane Pixels μέσω του YouTube channel του, ο Πάρσονς παρουσιάζει εδώ μία πιο πλήρη εννοιολογικά πρόταση για το είδος του σινεμά τρόμου, «δανειζόμενος» στοιχεία από τις μικρού μήκους ταινίες που έφτιαχνε για το διαδίκτυο (και δεν είναι υποχρεωμένος να έχει δει κανείς από πριν) και βυθίζοντας το υλικό του σε ένα περιβάλλον «εσωτερικού» φόβου που σχεδόν ταυτίζεται με την αγχώδη νεύρωση.

Το καλοκαίρι του 1990, ο Κλαρκ ανακαλύπτει ένα ξεχωριστό σύμπαν χώρων πίσω από έναν τοίχο του καταστήματος επίπλων του, στο οποίο περνά σαν να μεταφέρεται σε μία «άλλη» διάσταση. Το περιβάλλον του είναι αχανές και κενό, γεμάτο ατέλειωτους διαδρόμους που δεν καταλήγουν πουθενά, με έπιπλα και αντικείμενα να βρίσκονται σε μια «paused» κατάσταση, λες και κινούνταν προς το πέρασμα σ’ ένα επόμενο level αυτής της διάστασης, ακόμη πιο άγνωστο και τρομακτικό (;). Ο Κλαρκ θα μπει και θα βγει κάμποσες φορές από αυτόν τον «τόπο» παραδοξότητας, δίχως να το εξομολογείται στην ψυχαναλύτριά του, με την οποία μοιράζεται τον πόνο του για πιο ρεαλιστικά πράγματα όπως τον πρόσφατο χωρισμό του και τη δυσχερή οικονομική του κατάσταση.

Θα το μοιραστεί, όμως, με δύο υπάλληλούς του που τον βοηθούν και στα διαφημιστικά βιντεάκια για το κατάστημά του, με σκοπό να καταγράψουν το τι μπορεί να κρύβεται μέσα στους χώρους του, θεωρώντας πως ίσως δεν είναι οι μόνοι άνθρωποι (ζωντανοί ή όχι) που βρέθηκαν εκεί. Παράξενοι ήχοι, σημάδια σε τοίχους, ρούχα χρησιμοποιημένα και παραπεταμένα, ενδείξεις ζωής και ο εντεινόμενος φόβος κάνουν την εξερεύνησή τους όλο και πιο επικίνδυνη, όχι μονάχα επειδή υπάρχει το ενδεχόμενο να χαθούν για πάντα εκεί μέσα αλλά επειδή… όντως κάτι τους παρακολουθεί!

Παίζοντας ανάμεσα στο καθαρό φιλμικό καρέ και το format μιας πιξελιασμένης βιντεοκασέτας με υποκειμενικό POV, ο Πάρσονς δουλεύει εξαιρετικά τη σταδιακή κλιμάκωση του φόβου, παραπλανώντας τον θεατή γύρω από τι πρέπει εκείνος ν’ αναζητήσει με τη σειρά του από την ταινία, χωρίς να αναμένει (απαραίτητα) ορθολογιστικές απαντήσεις σχετικά με το μυστήριο της υπόθεσης, καθώς το «Backrooms» εξελίσσεται σ’ ένα είδος φαντασιακής αλληγορίας για ένα από τα μεγαλύτερα ερωτηματικά της ύπαρξής μας σε τούτο τον κόσμο: το μέσα μας.

Το τελευταίο μέρος του φιλμ αποτελεί ένα είδος υπαρξιακού εφιάλτη όπου το μυαλό σκορπίζει σε άπειρα κομμάτια της συλλογικής μνήμης, χτίζοντας συναισθήματα απόγνωσης και αξιοποιώντας περίτεχνα την αισθητική του liminal horror (το set design είναι αδιανόητο και τόσο αχανές που ακόμη και το συνεργείο της ταινίας χανόταν μέσα του!), για να καταλήξει ο θεατής να βγει από το σινεμά επιθυμώντας να τρυπώσει όσο πιο βαθιά γίνεται στον τρόπο της… δικής του σκέψης, πια. Τολμάς να περιηγηθείς με τέτοιο τρόπο στα δικά σου «Backrooms»;

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/backrooms/ ανήκει στο FreeCinema .