© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Όταν το σκέφτομαι, ο Σενσέι ήταν ο μόνος που έκανα παρέα. Εδώ και αρκετό καιρό δεν υπήρχε κανείς, εκτός απ’ τον Σενσέι, με τον οποίο είχα καθίσει να πιω ένα ποτό, να πάω έναν περίπατο ή να δω κάτι ενδιαφέρον. Προσπάθησα να σκεφτώ με ποιον έκανα παρέα πριν συνδεθώ φιλικά με τον Σενσέι, αλλά κανείς δεν μου ’ρθε στο νου. Ήμουν μόνη. Έπαιρνα το λεωφορείο μόνη, τριγύριζα στην πόλη μόνη, έκανα τα ψώνια μου μόνη και έπινα μόνη. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και τώρα με τον Σενσέι, δεν ένιωθα διαφορετικά. Φαίνεται ότι δεν είχε τόση σημασία αν ήμουν ή όχι με τον Σενσέι, εντούτοις κάνοντας αυτά τα πράγματα μαζί του ένιωθα ότι κάνω το “σωστό”. “Σωστό” είναι ίσως περίεργος τρόπος να το θέσω. Ένιωθα όπως όταν αγόραζα ένα βιβλίο και κρατούσα τη χάρτινη λωρίδα που τύλιγε το εξώφυλλο αντί να την πετάξω. Ο Σενσέι μάλλον θα θύμωνε αν ήξερε ότι τον συνέκρινα με τη λωρίδα στο εξώφυλλο ενός βιβλίου».
Στην έκδοση περιλαμβάνεται και η ιστορία δώρο Parade, που αναπλάθει μια συνηθισμένη, νωχελική, καλοκαιρινή μέρα από τη ζωή του ασυνήθιστου ζευγαριού.“Σενσέι, το εννοούσα όταν είπα ότι σας αγαπώ”, είπα ξαπλωμένη στην αγκαλιά του. Τα λόγια μου χάθηκαν μέσα στους κεραυνούς και στο ηχηρό γέλιο του Σενσέι. Η καταιγίδα ολοένα και δυνάμωνε. Η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς. Ο Σενσέι γελούσε. Κι εγώ σαστισμένη στην αγκαλιά του. Άραγε τι θα έλεγε ο Κοζιμά αν μας έβλεπε τώρα;Όλα ήταν σχεδόν παράλογα. Εγώ να ομολογώ στον Σενσέι καταπρόσωπο “σ’ αγαπώ”, ο Σενσέι να το παίρνει εντελώς ήρεμα, χωρίς όμως ανταπόκριση, το ξαφνικό ξέσπασμα της καταιγίδας, η αποπνικτική υγρασία στο δωμάτιο πιο έντονη τώρα που οι εξωτερικές συρτές πόρτες ήταν κλειστές -όλα φάνταζαν σαν σε όνειρο. “Σενσέι, ονειρεύομαι;” ρώτησα. “Όνειρο; Ναι, μάλλον”, απάντησε χαρούμενα. “Αν είναι όνειρο, πότε θα ξυπνήσω;” “Χμμ, δεν ξέρω”. “Μακάρι να μη χρειαστεί να ξυπνήσω”. “Αν όμως είναι όνειρο, τότε θα πρέπει κάποια στιγμή να ξυπνήσουμε”. Μια μεγάλη βροντή αντήχησε αμέσως μετά από έναν δυνατό κεραυνό· κοκάλωσα. Ο Σενσέι μου χάιδεψε την πλάτη.“Δεν θέλω να ξυπνήσω”, είπα ξανά. “Καλή ιδέα”, απάντησε ο Σενσέι. Η βροχή έπεφτε δυνατά πάνω στη στέγη. Κρατιόμουν σφιχτά στην αγκαλιά του Σενσέι ενώ μου χάιδευε απαλά την πλάτη.
Στον Επίλογο του παρόντος έργου, παραδέχεται ότι, συχνά, αναρωτιέται τι συμβαίνει στους χαρακτήρες της όταν τελειώνουν οι ιστορίες της· αναρωτιέται αν είναι το τέλος του βιβλίου, το τέλος των ιστοριών τους.
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Βιβλίο – Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .
