Η σκληρή αλήθεια από τον Άρθουρ Σοπενχάουερ για τον χρόνο που πετάμε στα σκουπίδια και την ψευδαίσθηση των νιάτων.
Ο Σοπενχάουερ δεν πίστευε ποτέ ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους κοινωνικά όντα. Πίστευε ότι συναναστρεφόμαστε τους άλλους κυρίως από πλήξη. Το κείμενό του κόβει σαν νυστέρι την ανθρώπινη ψυχολογία, χωρίζοντας τη ζωή μας σε τρεις βασικές παραδοχές:
Η μοναξιά είναι ο καθρέφτης της αξίας σου: «Ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του […] ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος». Αυτή είναι ίσως η πιο προσβλητική και ταυτόχρονα αληθινή φράση που έχει γραφτεί. Αν δεν αντέχεις να μείνεις μόνος σε ένα δωμάτιο χωρίς να σκρολάρεις στο κινητό ή να βγεις έξω, δεν φταίει η κοινωνικότητά σου. Φταίει ότι η παρέα με τον εαυτό σου σού φαίνεται αφόρητα βαρετή ή τρομακτική. Ο πνευματικά πλούσιος άνθρωπος βρίσκει τον κόσμο ολόκληρο μέσα στο κεφάλι του.
Η σπατάλη της νιότης και ο μελλοθάνατος γέρος: Όταν είμαστε 20 ετών, νομίζουμε ότι ο χρόνος είναι άπειρος. Τον σκορπάμε αλόγιστα σε τοξικούς ανθρώπους, κακές δουλειές και ανούσιες ασχολίες. Όμως, η παρομοίωση του Σοπενχάουερ για τα γηρατειά είναι ανατριχιαστική: Κάθε μέρα που περνάει στο τέλος της ζωής μας, μοιάζει με το βήμα ενός εγκληματία που τον πάνε για κρέμασμα. Ξαφνικά, η σπατάλη τελειώνει και αρχίζει η αγωνιώδης «οικονομία» του χρόνου.
Γιατί ο χρόνος πετάει όταν μεγαλώνουμε: Έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων έμοιαζαν να κρατούν αιώνες, ενώ τώρα οι μήνες φεύγουν σαν νερό; Ο φιλόσοφος δίνει την απάντηση: Επειδή τίποτα δεν μας κάνει πια εντύπωση. Όσο μεγαλώνουμε, λίγα πράγματα αξίζουν να αποθηκευτούν στη μνήμη μας. Και αφού δεν καταγράφουμε νέα, σημαντικά γεγονότα, οι μέρες περνούν χωρίς να αφήνουν κανένα απολύτως ίχνος, δημιουργώντας την αίσθηση μιας ζωής που εξατμίζεται.
Διάβασε τα λόγια του Άρθουρ Σοπενχάουερ και σκέψου πόσο χρόνο σπατάλησες σήμερα, προσπαθώντας απλώς να αποφύγεις τον εαυτό σου:
Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.
Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.
Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.


