«Έχω διασχίσει ωκεανούς χρόνου για να σε βρω». Υπάρχει πιο ανατριχιαστικά ρομαντική φράση στην ιστορία του κινηματογράφου;
Όταν ο Κόμης Δράκουλας (στην αριστουργηματική μεταφορά του Φράνσις Φορντ Κόπολα το 1992) αντικρίζει τη Μίνα Μάρεϊ, δεν βλέπει απλώς μια γυναίκα. Βλέπει τη μετενσάρκωση της χαμένης του συζύγου, Ελισάβετ. Την πολιορκεί, την υπνωτίζει, την καταναλώνει, γκρεμίζει τον κόσμο της και, τελικά, την καταδικάζει στο ίδιο του το σκοτάδι.
Για δεκαετίες, το κοινό αναστενάζει μπροστά σε αυτή την απόλυτη, αυτοκαταστροφική αφοσίωση, βαφτίζοντάς την «αιώνιο έρωτα». Τι γίνεται, όμως, αν η επιστήμη έχει άλλη ονομασία για αυτού του είδους το πάθος; Τι γίνεται αν ο Δράκουλας όπως και χιλιάδες καθημερινοί άνθρωποι εκεί έξω δεν έπασχε από έρωτα, αλλά από μια εξουθενωτική ψυχική κατάσταση που ονομάζεται λιμερεντία (Limerence);
Η τοξική απάτη της «αυτοβελτίωσης»: Γιατί τα βιβλία θετικής σκέψης σε οδηγούν στη ματαίωση;
Τι είναι η Λιμερεντία: Η ανατομία της εμμονής
Ο όρος δεν είναι καινούργιος, αν και μόλις πρόσφατα άρχισε να κερδίζει έδαφος στην pop ψυχολογία. Επινοήθηκε το 1979 από την Αμερικανίδα ψυχολόγο Dorothy Tennov (Ντόροθι Τένοβ) στο ρηξικέλευθο βιβλίο της «Love and Limerence: The Experience of Being in Love». Η Tennov, μέσα από εκτεταμένες συνεντεύξεις, ανακάλυψε ότι αυτό που πολλοί άνθρωποι ονομάζουν «κεραυνοβόλο έρωτα» δεν έχει καμία σχέση με την αγάπη.
Ενώ η πραγματική αγάπη βασίζεται στην οικειότητα, την αμοιβαία δέσμευση, τον σεβασμό της αυτονομίας του άλλου και το χτίσιμο μιας κοινής πραγματικότητας, η λιμερεντία είναι μια ακούσια γνωστική και συναισθηματική κατάσταση εξάρτησης.
Με αυστηρά ψυχολογικούς όρους, ο πάσχων από λιμερεντία (limerent) μετατρέπει τον άλλον σε «Αντικείμενο λιμερεντίας» (Limerent Object – LO). Το άτομο δεν ερωτεύεται τον πραγματικό άνθρωπο, αλλά την ιδέα του ανθρώπου και, κυρίως, την αγωνιώδη ανάγκη να του ανταποδώσει το συναίσθημα. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από:
- Εισβάλλουσες σκέψεις (Intrusive thoughts): Το Αντικείμενο καταλαμβάνει το 80-100% της συνείδησης του πάσχοντος. Κάθε τραγούδι, κάθε λέξη, κάθε σύμπτωση περιστρέφεται γύρω του.
- Ακραία εξιδανίκευση (Idealization): Τα ελαττώματα του άλλου αγνοούνται πλήρως ή μεταφράζονται ως «γοητευτικές ιδιαιτερότητες». Ο άλλος φαντάζει ως ο απόλυτος λυτρωτής.
- Συναισθηματική εξάρτηση (Emotional dependency): Η διάθεση του πάσχοντος εξαρτάται απόλυτα από τις κινήσεις του Αντικειμένου. Ένα μήνυμά του φέρνει έκρηξη αδρεναλίνης και ευφορία η σιωπή του ρίχνει τον πάσχοντα σε καταθλιπτικό επεισόδιο.
Η λιμερέντεια δεν είναι έρωτας είναι μια βιολογική και ψυχολογική πείνα. Είναι η ψευδαίσθηση ότι κάποιος άλλος κρατάει το κλειδί της δικής σου ύπαρξης.
Ο Δράκουλας και η Μίνα: Ένα case study Λιμερεντίας
Αν δούμε το ρομάντζο του Δράκουλα υπό το πρίσμα της Tennov, ο Κόμης είναι η απόλυτη ενσάρκωση της λιμερεντίας. Ο Δράκουλας δεν ενδιαφέρεται για το ποια είναι πραγματικά η Μίνα Μάρεϊ, για το ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Τζόναθαν Χάρκερ, ή για την ήρεμη ζωή που επιθυμεί.
Της προβάλλει (projection) το φάντασμα της Ελισάβετ. Η Μίνα μετατρέπεται στο απόλυτο Limerent Object. Ο Δράκουλας παραβιάζει τα όριά της, την απομονώνει, γίνεται «σκιά» στο παράθυρό της. Η λιμερεντία είναι πάντα αιμοβόρα: δεν τρέφεται από την κοινή εξέλιξη, αλλά από την απορρόφηση της ενέργειας του άλλου. Θέλει να κάνει τη Μίνα σαν κι αυτόν, να την καταπιεί, να διαλύσει την ατομικότητά της για να γιατρέψει το δικό του, αιώνιο τραύμα της εγκατάλειψης. Όσο ποιητικό κι αν δείχνει το «έχω διασχίσει ωκεανούς χρόνου», στον πυρήνα του κρύβει τον απόλυτο εγωκεντρισμό μιας εμμονής που δεν σηκώνει το «όχι» ως απάντηση.
Η λογοτεχνική και κινηματογραφική επιδημία
Πόσα άλλα «επικά» ρομάντζα που μας έκαναν να κλάψουμε ή να ονειροπολήσουμε δεν ήταν τελικά τίποτα παραπάνω από κλινικές περιπτώσεις λιμερεντίας; Η τέχνη έχει την τάση να εξωραΐζει την ψυχική διαταραχή, ντύνοντάς τη με ακριβά κοστούμια και συμφωνική μουσική. Ας το καλοσκεφτούμε:
- Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ (F. Scott Fitzgerald): Ο Τζέι Γκάτσμπυ περνάει μια ολόκληρη ζωή, χτίζει μια αυτοκρατορία παρανομίας και διοργανώνει αδιανόητα πάρτι, μόνο και μόνο κοιτάζοντας το πράσινο φως στην απέναντι αποβάθρα. Δεν αγαπάει την Νταίζη· αγαπάει την ψευδαίσθηση που είχε πλάσει γι’ αυτήν όταν ήταν νέος. Η Νταίζη είναι το Limerent Object που πρέπει να επιβεβαιώσει την αξία του.
- Ανεμοδαρμένα Ύψη (Emily Brontë): Ο Χίθκλιφ και η Κάθι δεν βιώνουν έρωτα. Βιώνουν μια τοξική, συμπλεγματική συνεξάρτηση που καταστρέφει όποιον τολμήσει να τους πλησιάσει. Το περίφημο «Εγώ είμαι ο Χίθκλιφ» της Κάθι δεν είναι ρομαντικό· είναι η δήλωση της απόλυτης ψυχικής συγχώνευσης και της απώλειας των ορίων του εαυτού (κλασικό σύμπτωμα προχωρημένης λιμερεντίας).
- Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα (William Shakespeare): Γνωρίζονται, αποκτούν εμμονή σε λίγες ώρες, αγνοούν την πραγματικότητα και αυτοκτονούν σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Η τέλεια καταιγίδα ορμονών, ανωριμότητας και ακραίας λιμερεντικής τύφλωσης.
Η πικρή αφύπνιση
Η γραμμή που χωρίζει τον παθιασμένο έρωτα από τη λιμερεντία είναι λεπτή αλλά καθοριστική. Ο έρωτας σε αφήνει να αναπνέεις η λιμερεντία σου κόβει το οξυγόνο. Ο έρωτας ενδιαφέρεται για την ευημερία του προσώπου η λιμερεντία ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την κατάκτηση και την ανταπόκριση.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα νιώσετε πως «δεν μπορείτε να ζήσετε χωρίς κάποιον», πως κοιτάτε το κινητό σας κάθε τρία δευτερόλεπτα, πως το μυαλό σας φτιάχνει ολόκληρα σενάρια ζωής με έναν άνθρωπο που ίσα – ίσα γνωρίζετε, θυμηθείτε την Dorothy Tennov. Και κυρίως, θυμηθείτε τον Δράκουλα: Οι άνθρωποι που είναι διατεθειμένοι να διασχίσουν ωκεανούς χρόνου για εσάς, σπάνια έρχονται για να σας σώσουν.
Ζούμε στην καλύτερη εποχή της ιστορίας και μπορούμε να το αποδείξουμε!


