Ο Δημήτρης Λιαντίνης, με τον δικό του ορμητικό και διεισδυτικό τρόπο, μας καλεί να δούμε την Ελένη όχι ως μια ιστορική ή μυθική φιγούρα, αλλά ως μια «νοητική εποπτεία»: ένα σύμβολο που συλλαμβάνεται με το νου και δικαιώνει την ύπαρξη μέσα από το κάλλος.
Το δοκίμιο αυτό δεν αποτελεί μια απλή φιλολογική ανάλυση της ομηρικής Ελένης, αλλά μια κατάδυση στον πυρήνα της ελληνικής κοσμοθεωρίας.
Το πρώτο μεγάλο ερώτημα που θέτει ο Λιαντίνης αφορά την «σιωπή» του Ομήρου. Γιατί ο μεγαλύτερος ποιητής όλων των εποχών δεν μας περιέγραψε ποτέ το πρόσωπο, τα μάτια ή το σώμα της ωραιότερης γυναίκας; Η απάντηση κρύβεται στη στρατηγική του Απείρου. Αν ο Όμηρος μας έδινε μια συγκεκριμένη περιγραφή, θα περιόριζε την Ελένη στα δεσμά του χρόνου και του προσωπικού γούστου. Την άφησε όμως «απερίγραπτη», ώστε να μπορεί ο κάθε άνθρωπος, σε κάθε εποχή, να προβάλλει πάνω της το δικό του απόλυτο ιδανικό. Η Ελένη είναι η «αόρατη» ομορφιά που γίνεται ορατή μόνο μέσα από τη φαντασία του θεατή.
Η ομορφιά ως «Αινώς» (το τρομερό)
Στη συνέχεια, ο στοχαστής στέκεται στη λέξη «αινώς». Η ομορφιά για τους Έλληνες δεν είναι κάτι καθησυχαστικό ή απλώς «ευχάριστο». Είναι μια δύναμη φρικτή, τρομερή, που προκαλεί δέος. Το πιο προκλητικό σημείο της ανάλυσης αφορά την ηθική υπόσταση της Ελένης. Γιατί οι Έλληνες επέλεξαν το αρχέτυπο της ομορφιάς να είναι μια γυναίκα άπιστη και μοιχαλίδα; Για τον Λιαντίνη, αυτό δεν είναι τυχαίο. Η Ελένη εκπροσωπεί τη Φύση, η οποία δεν υπακούει σε ανθρώπινους νόμους, κοινωνικές συμβάσεις ή θρησκευτικά δεσμά. Η ομορφιά και ο έρωτας είναι δυνάμεις υπεράνω της ηθικής της «γειτονιάς». Η Ελένη «προδίδει» τον Μενέλαο γιατί είναι «πιστή» στην ορμή της ζωής.
Από τον Όμηρο στον Ελύτη
Αυτή η αλυσίδα του κάλλους ξεκινά από τα τείχη της Τροίας και φτάνει μέχρι την Ιαντίνη του Ελύτη. Ο Λιαντίνης μας δείχνει πώς η ελληνική παράδοση μεταμορφώνει το ερωτικό αντικείμενο σε μια πύλη προς το μεταφυσικό. Η Ελένη δεν είναι η αιτία ενός πολέμου, είναι η δικαίωση του πόνου μας. Είναι η απόδειξη ότι ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει την καταστροφή, αρκεί να έχει αντικρίσει έστω και για μια στιγμή το «αινώς» της απόλυτης ομορφιάς.
«Χαλάλι οι παιδομοί, χαλάλι ο θάνατος, αρκεί που υπήρξε η Ελένη. Αυτό είναι το ελληνικό μάθημα.»
(Διαβάστε το κείμενο παρακάτω)
Αρχαία Ελλάδα: Η ζωή και ο θάνατος ήταν εκτός νόμου σε αυτό το νησί
Η ομιλία του Δημήτρη Λιατίνη για την Ωραία Ελένη:
Εδώ, για να κατανοήσουμε αυτό το σημείο, θα πρέπει πάλι να σκεφτούμε κάτι άλλο. Τί; Πως ήτανε αυτή η Ελένη; Για να πούμε ότι είναι η γυναίκα, η αξεπέραστη ομορφιά. Ήταν ψιλή, ήταν λιγνή, ηταν καμαροφρύδα; έ; Είχε ψιλό λαιμό, είχε ωραίες κνήμες, τί μέση; Τα στήθη της; Ήταν πλούσιο το στήθος της; “Με το βαθύ στηθόδεσμο, τον ήλιο στα μαλλιά”, θα πει ο Σεφέρης στη δική του Ελένη. Ρούσα ήταν; Τα κινήματά της, τα μάτια της, πως ήταν γαλανά, μαύρα; Για κοιτάξτε. Κανένα απ’αυτά τα στοιχεία. Δεν μας δίνει κανένα συγκεκριμένο φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό. Τι σημαίνει αυτό; Εδώ είναι η επίνοια και η εφεύρεση του Ομήρου. Την άφησε την Ελένη να την πλάσει ο καθένας μας όπως θέλει, κι όσο μπορεί κι όπου μπορεί και φτάνει με τη φαντασία του. Διότι αν μούλεγε ότι είχε μεγάλα στήθη, θάλεγα, ξέρεις εμένα μου αρέσουν οι μικροβύζες. Αν μούλεγε ότι είναι ξανθιά, η Μέριλιν Μονρόε, να πούμε, θάλεγα, ξέρεις, εμένα μ’αρέσει η Ρόμυ Σνάϊντερ, πούναι καστανή. Αν μούλεγε τούτο, εκείνο, περιόριζε δηλαδή την ομορφιά, καταλάβατε; Την περιόριζε, την έκανε πεπερασμένη, που σημαίνει ότι της αφαιρούσε το στοιχείο του απείρου. Ενώ τώρα, έτσι όπως την έδωσε, η Ελένη είναι το σύμβολο που έχουμε, η ιδέα που έχουμε, η αισθητική καλλιέργεια, σε τελική ανάλυση, που έχει ο καθένας μας, που τον οδηγεί πού; Για την ομορφιά.
Για να το πούμε πολύ απλά, θα σας θυμίσω ένα στίχο, έναν ωραίο στίχο του Ναζίμ Χικμέτ, του ωραίου αυτού τούρκου …………….. πάνω από σωβινιστικές μερικότητες, που λέει σ’ένα τραγούδι του, οι πιό ωραίοι έρωτες, είναι εκείνοι που δε ζήσαμε. Αυτό το πράγμα κάνει ο Όμηρος εδώ. Είναι εκείνο που, δεν μιλάμε για κορυφές πιά, είναι μία ακραία μορφή ομορφιάς. Μιλάμε γιά ύψος. Και στο ύψος δε βρίσκουμε άκρη. Ανοιγόμαστε σε μιά άπειρη διάσταση. Είναι δηλαδή μια εφεύρεση, ένα τρικ, αν θέλετε, που επινόησε ο Όμηρος, αν και είναι συνηθισμένο και γιά άλλες μορφές αυτό, αλλά χαρακτηριστικά με την Ελένη,που προεξοφλεί ότι και στο μέλλον δε θα γεννηθεί γυναίκα καλύτερη από την Ελένη. Ωραιότερη, η Belle Ellene.
Πάει καλά λοιπόν ως εδώ. Ερχόμαστε στο δεύτερο τώρα σημείο. Γιατί αυτή την υπέροχη γυναίκα, το αρχέτυπο του θηλυκού, οι Έλληνες τη θελήσανε μοιχαλίδα και άπιστη; Ρε αδερφέ, ήταν ανάγκη μ’αυτή τη ρετσινιά τη φοβερή; Εδώ, αγαπητή φίλοι, έχουμε ένα από τα πιό σημαντικά σημεία της ελληνικής φιλοσοφίας, της ελληνικής κοσμοθεωρίας και της ελληνικής ηθικής. Είναι μεγάλο το κεφάλαιο αυτό. Γιατί τη θελήσανε πόρνη αυτή τη γυναίκα και άπιστη. Ξελογιάστηκε με τον ωραίο αυτό Πάρη, κάτω εκεί, στους πορτοκαλεώνες της Λακεδαίμονας και στους καλαμιώνες του Ευρώτα και σηκώθηκε και έφυγε. Μα μιά γυναίκα, το αρχέτυπο του θηλυκού, επιτρέπεται να τη θέλουμε άπιστη και μοιχαλίδα;
Δείτε την ομιλία του Λιαντίνη για την Ωραία Ελένη:
You are currently viewing a placeholder content from YouTube. To access the actual content, click the button below. Please note that doing so will share data with third-party providers.
More Information
Καρλ Γιούνγκ: Γιατί οι άνθρωποι που αντιπαθείς περισσότερο, είναι ο καθρέφτης σου;


