Τι συμβαίνει όταν το ντοκιμαντέρ γίνεται θεατρικό παιχνίδι, όταν η μαρτυρία συναντά τη μυθοπλασία και όταν η εικόνα μετατρέπεται σε πολιτικό πεδίο; Η παράσταση «24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει» επιχειρεί να απαντήσει, χτίζοντας ένα υβριδικό σύμπαν στο κατώφλι της πραγματικότητας.
«24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει». Photo by Alex Kat.
«24 ώρες σ’ έναν κόσμο που δεν μας ανήκει». Photo by Alex Kat
Η διεθνής συμπαραγωγή με τη Γερμανία είναι οργανικό κομμάτι αυτής της παραγωγής. Τι αλλάζει στη σκέψη και στη σκηνική γλώσσα σας όταν η έρευνα γίνεται διακρατική;
Είναι πολύ μεγαλύτερο το στοίχημα και η πρόκληση να διατηρήσεις, αλλά και να αναπτύξεις, μια καλλιτεχνική ταυτότητα, να μιλήσεις με τους τρόπους που, ως δημιουργός, προσπαθείς να μιλήσεις και ταυτόχρονα να συνδιαλλαγείς με διαφορετικά εργασιακά περιβάλλοντα και ήθη, αλλά και με ανθρώπους και θεσμούς που λειτουργούν διαφορετικά. Την ίδια στιγμή, η πρόκληση τίθεται και στον τρόπο που, ως δημιουργική ομάδα, ανοίγουμε διάλογο με κοινά διαφορετικά από το συνηθισμένο κοινό. Πώς απευθυνόμαστε, πώς τους μιλάμε, τι λέμε και πώς μας δέχονται;
Γιατί το αθηναϊκό κοινό δεν ξέρω αν είναι απεριόριστο· δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό μπορεί και να γνωρίζει τι έρχεται να δει, έστω περίπου. Πώς ένα κοινό που έρχεται λίγο πιο ανυποψίαστο συνομιλεί με τη δουλειά μας; Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα και είναι και μια πρόκληση, η οποία θεωρώ ότι μπορεί να κάνει μια καλλιτεχνική ομάδα να προχωρήσει τη γλώσσα της και τη θεματολογία της ένα βήμα παρακάτω.
Το ίδιο είχαμε ως εμπειρία και σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν, όπως, για παράδειγμα, στην παράσταση Θήβα: a global civil war, η οποία το 2023 είχε παρουσιαστεί στο Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου, αποτελούμενη από έναν πολυπολιτισμικό θίασο με ηθοποιούς από Λίβανο, Κονγκό, Βοσνία και Ελλάδα, και μετά ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Η δημιουργία, αλλά και η εκτέλεση της παράστασης, ήταν μια εμπειρία που μας πήγε πολύ παραπέρα στη δημιουργική γλώσσα μας. Ταυτόχρονα, η ίδια η πολυπολιτισμικότητα, η ίδια η πολυγλωσσία που και τότε είχαμε –και σε αυτή την παράσταση (στην παράστασή μας τώρα ακούγονται επτά γλώσσες!)– δίνει μια αίσθηση οικουμενικότητας, χωρίς αυτό να σχολιάζεται ή να υπογραμμίζεται κειμενικά.
Εδώ είναι και το ουσιαστικό που μπορεί να προσφέρει η άσκηση της τέχνης σε έναν καλλιτέχνη: αν μπορεί να μας αλλάξει, να μας διαφοροποιήσει, πρέπει να μας μάθει κάτι. Και τέτοιες συνεργασίες μάς μαθαίνουν τόσο πολλά, που μας πηγαίνουν αρκετά βήματα παρακάτω.
Έχοντας δουλέψει επί χρόνια με ιστορικό και αρχειακό υλικό, πώς αντιμετωπίζετε σήμερα την υπερπληθώρα εικόνων, βίντεο και μαρτυριών στον ψηφιακό κόσμο; Υπάρχει ακόμη χώρος για «ανακάλυψη»;
Αυτό είναι ένα τεράστιο πεδίο που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Όντως, η έννοια του αρχείου με ενδιαφέρει πολύ και την έχουμε προσεγγίσει από πολλές και διαφορετικές πλευρές σε διαφορετικές δουλειές μας. Είτε ένα μετακινημένο ιστορικό αρχείο, ενός είδους αντι-αρχείο, όπως ήταν το Εθνικό Ντεφιλέ (Φεστιβάλ Αθηνών, 2021), είτε ένα αρχείο της ευαλωτότητας και των δυναμικών που η ματαίωση των προσδοκιών μπορεί να αναπτύσσει στο Αρχείο Ματαιωμένων Σχεδίων (Κάμιρος, 2022), αλλά και επίσης στις παραστάσεις Άτλας της Δεκαετίας του 2000 (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, 2024), ή και πέρυσι, αντιμετωπίζοντας την ίδια την Αισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ ως ενός είδους αρχείο (Η Αισθηματική Αγωγή: ερευνώντας ένα αρχείο ρωγμών, Μέγαρο Μουσικής, 2025), η έννοια του αρχείου είναι παρούσα στη δουλειά μου με πολλαπλες προσεγγίσεις.
Μέσα στα χρόνια, οι συζητήσεις με ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί και γράψει αρκετά για το αρχείο, όπως ο Δημήτρης Παπανικολάου, αποτέλεσαν ιδιαίτερη έμπνευση για εμένα. Είναι αλήθεια ότι στον πυρήνα της παράστασης που κάνουμε αυτή τη στιγμή βρίσκεται αυτή η αναζήτηση: η εικόνα και οι εικόνες ως αρχεία. Πώς μπορούν να μιλήσουν για εμάς, πώς μπορούμε εμείς να μιλήσουμε με αυτές τις εικόνες. Και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για το σήμερα, ανακυκλώνοντας, με έναν τρόπο, αυτές τις απορριφθείσες εικόνες – τις εικόνες που χρησιμοποιούνται για ελάχιστα, αλλά μένουν αποθηκευμένες για πάντα στο τεράστιο και τυφλό αρχείο που λέγεται διαδίκτυο και social media.
Άρα, η ανακάλυψη μπορεί να έρθει και από το απολύτως καθημερινό ή από αυτό που έχει απορριφθεί: την απορριφθείσα εικόνα, ειδωμένη διαφορετικά. Βέβαια, υπάρχει και μια άλλη διάσταση αυτών των εικόνων, η οποία επίσης μπορεί να σχετίζεται με μια ανακάλυψη και η οποία επίσης υπάρχει στην παράστασή μας. Έχουμε τη μεγάλη χαρά να συνεργαζόμαστε σε αυτή την παράσταση με τη Saba Hosseini, μέλος του ensemble του Theaterhaus Jena, η οποία έχει καταγωγή από το Ιράν. Μαζί με τη Saba επιχειρήσαμε να εντάξουμε στην παράσταση και το ζήτημα της κυκλοφορίας των εικόνων από τις διαδηλώσεις στο Ιράν τα τελευταία χρόνια. Πέρα από τις εμπνευστικές συζητήσεις που είχα μαζί της, μια ακόμη κινηματογραφική αφορμή ήταν η χρήση τέτοιων εικόνων σε μια εξαιρετική, κατά τη γνώμη μου, ιρανική ταινία, Ο Σπόρος της Ιερής Συκιάς του Μοχαμάντ Ρασουλόφ. Εδώ έχουμε μια άλλη οπτική της έννοιας της εικόνας ως μιας αρχειακότητας, η οποία απορρυθμίζει τα κυρίαρχα αρχεία.
Το έργο σας συνομιλεί έντονα με το παρόν, χωρίς εύκολες απαντήσεις. Αν το θέατρο δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, τι πιστεύετε ότι μπορεί ακόμη να ταρακουνήσει τον θεατή;
Θα έλεγα δύο πράγματα, τα οποία, όμως, δεν είναι ακριβώς απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, αλλά μια αρχή αναστοχασμού πάνω σε αυτό το πολύ μεγάλο θέμα. Πρώτον, κανείς και καμία δεν μπορεί να ταρακουνηθεί από το θέατρο αν δεν το θέλει ή, για να το πω καλύτερα, αν δεν έχει παίξει ρόλο η εμπειρία της ζωής, αν δεν έχει φέρει το άτομο σε μια οριακότητα τέτοια που να αναζητά απαντήσεις μέσω καλλιτεχνικών συμβάντων. Θέλω εδώ να φέρω το παράδειγμα των ετών της κρίσης. Ήταν αρκετά ζοφερά χρόνια, όντως, και έτσι νομίζω τα θυμόμαστε όσοι και όσες μπαίναμε τότε ακριβώς στον εργασιακό χώρο. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε μεγάλη ανάγκη να ακούσουμε και να συζητήσουμε όλα αυτά τα μεγάλα ζητήματα που άλλαζαν τον τρόπο που ζούσαμε και που διαβάζαμε τις ζωές μας και τις ζωές των άλλων. Υπήρχε ανάγκη να δοθούν τέτοιες απαντήσεις και από την τέχνη, τότε. Τώρα αυτή η ανάγκη έχει καταλαγιάσει.
Και, ως ένα δεύτερο σημείο για να ξεκινήσει μια συζήτηση, θα απαντούσα: η αντίφαση. Το να δείξουμε τους βίους μας, τους κοινωνικούς βίους των ανθρώπων σήμερα ή στο παρελθόν, ή το πώς βλέπουν τα μέλλοντά τους αντιφατικά, όχι δείχνοντας τους «καλούς» και τους «κακούς», αλλά αναδεικνύοντας την αντίφαση, η οποία μας αποτελεί ως άλυτο πρόβλημα, ως ανεπίλυτη σύγκρουση. Αυτό συχνά, καλλιτεχνικά, μπορεί να οδηγήσει και σε πιο ολισθηρά εδάφη, είναι η αλήθεια. Ίσως όμως να είναι και το μόνο που μπορεί να ταρακουνήσει τα σημερινά κοινά, αλλά και να φέρει και τα άτομα που παράγουν τέχνη σε μια θέση να μην έχουν εύκολες –ή και καθόλου– απαντήσεις. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να δίνουμε πάντα απαντήσεις. Συχνά αρκεί να θέσουμε το ερώτημα και ήδη τα δύο τρίτα της διαδρομής προς τις απαντήσεις έχουν διανυθεί.
INFO: «24 ώρες σε έναν κόσμου που δεν μας ανήκει» Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Φρυνίχου 14-Πλάκα, 16 Φεβρουαρίου 2026, Μέρες & ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00 από 16 Φεβρουαρίου έως 7 Απριλίου


