© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
«Η αλήθεια είναι πως το συγκεκριμένο έργο το ακολουθεί αυτή η “ρετσινιά” του καταραμένου. Δεν ξέρω, βέβαια, πόσο στα αλήθεια αυτό αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για να το ανεβάσει κανείς. Προσωπικά, αυτό το έργο είναι το αγαπημένο μου του Σαίξπηρ και αυτό που με ιντριγκάρει πιο πολύ από όλα. Σε συνδυασμό με την ποιητική μετάφραση του Χειμωνά, μας αποκαλύπτει ένα τοπίο ακραίας βίας και δίψας για εξουσία, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιέται για το ποια είναι τα όρια ενός ανθρώπου, με έναν βαθιά οικουμενικό τρόπο. Μιλάει για ζητήματα που εδώ και αιώνες συνεχίζουν να διαμορφώνουν το ιστορικό πλαίσιο, παγκοσμίως. Είναι πραγματικά ένα έργο βουτηγμένο στο αίμα. Το ζήτημα της βίας και το πόσο μακριά μπορεί να οδηγηθεί κάποιος εξαιτίας της, είναι κάτι που με ενδιέφερε να εξερευνήσω. Υπάρχει κάτι το απόλυτο και μία άλλου τύπου ηθική που κάνει τους ήρωες αυτούς να πράττουν. Εδώ και πολλά χρόνια ήθελα να ασχοληθώ μαζί του και τώρα που βρέθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες αποφάσισα να το επιχειρήσω. Κι εύχομαι να βγούμε όλοι ζωντανοί από την “κατάρα” του».«Στο συγκεκριμένο έργο, ο Σαίξπηρ έχει τοποθετήσει την λαίδη Μάκβεθ σε έναν σχεδόν καθηλωτικά αντρικό περίγυρο, με μία όχι στερεοτυπική συμπεριφορά γυναίκας – συζύγου, που μπορεί να δούμε σε χαρακτήρες άλλων έργων του. Το ζήτημα του φύλου είναι, επίσης, κάτι που υπάρχει έντονα μέσα στο έργο· για το τι αποτελεί αρσενικό ή θηλυκό και τι ιδιότητες τους δίνει. Ο Μπάνκο, όταν συναντάει για πρώτη φορά τις μάγισσες, αναρωτιέται αν είναι θηλυκά ή αρσενικά, αν έχουν γένια, λέει πως είναι “κάτι σαν γυναίκες”. Οι μάγισσες είναι μορφές από έναν άλλο κόσμο που δεν μπορείς, ακριβώς, να τις περιγράψεις κι έρχονται για να στοιχειώσουν τον Μάκβεθ. Από την πλευρά της λαίδης Μάκβεθ, έχουμε μία πολύ δυναμική απεικόνιση γυναίκας που, σχεδόν, εξουσιάζει τον άντρα της· και τον προκαλεί συνεχώς, λέγοντάς του πως δεν είναι άντρας και πως δεν τολμάει. Η ίδια, στην αρχή του έργου, τον κατηγορεί ότι έχει μία “θηλυκή ανθρωπιά”. Τον ωθεί να κάνει πράγματα που ο ίδιος δεν έχει τη δύναμη να κάνει. Του επισημαίνει, συνεχώς, πως δεν είναι άντρας αν δεν σκοτώσει τον Βασιλιά. Στη συγκεκριμένη παράσταση, κι έχοντας πολύ στον νου μου το αφήγημα του έργου για το τι σημαίνει να είσαι άντρας και πώς αυτό πρέπει να σε κάνει να φέρεσαι, ήθελα να εξερευνήσω τον κόσμο αυτόν, εστιάζοντας στη σχέση του άντρα με την εξουσία και την διεκδίκησή της και πώς οι άντρες αυτοί φτάνουν ο ένας τον άλλον -καθώς και τον εαυτό τους- στα άκρα, προκειμένου να αποκτήσουν αυτό που θέλουν, να εξουσιάσουν, να υπερτερήσουν, να σκοτώσουν, αν χρειαστεί, για να γίνουν αυτοί οι κυρίαρχοι στο σύμπαν αυτό. Και με αυτήν την αφορμή, έκανα την επιλογή να το δω σαν ένα “παιχνίδι” εξουσίας μεταξύ αντρών και πού αυτό μπορεί να φτάσει».«Φυσικά και η εξουσία και το πού μπορεί να οδηγήσει δεν αποτελεί ζήτημα φύλου, απλώς τα δείγματα που έχουμε από την ιστορία εδώ και χιλιάδες χρόνια είναι με τον άντρα να κυριαρχεί σε τέτοιες θέσεις, εξαιτίας της κοινωνίας που έχει δομηθεί με πατριαρχικους όρους. Παρατηρώντας το τι έχουν πράξει, ανά τους αιώνες, οι άνδρες σε θέσεις εξουσίας, αυτό με έκανε να αναρωτηθώ πώς διαμορφώνεται στους άντρες η σχέση τους με την εξουσία από μικρή ηλικία ακόμα και πώς έχουν μάθει να λειτουργούν, προκειμένου να αποκτήσουν αυτό που θέλουν ή να κυριαρχήσουν. Τα περισσότερα αγόρια μεγαλώνουν παίζοντας “πόλεμο” ή παίζοντας ξύλο για πλάκα ή και για να λύσουν τις διαφορές τους· κι επειδή όταν είμαστε μικροί μαθαίνουμε βλέποντας και μιμούμαστε, όλο αυτό σε δηλητηριάζει. Κοινωνικά, σου φοριέται το τι σημαίνει να είσαι “ δυνατός άντρας” και δημιουργεί άπειρες αγκυλώσεις μέσα σου. Θέλει μεγάλη προσωπική προσπάθεια και ισχυρό περίγυρο για να μεγαλώσεις χωρίς να αφήσεις να σε επηρεάσουν τα ζητήματα αυτά, που διαμορφώνουν το πώς “οφείλεις” να είσαι σαν άντρας».«Αυτή τη στιγμή, παγκοσμίως, βλέπουμε τριγύρω μας την κατάσταση να πηγαίνει σε ακρότητες που δεν φανταζόμασταν. Πόλεμοι, επίδειξη δύναμης, καθολική υποταγή αντιπάλων, καταστροφή ή και αφανισμός του αδύναμου. Το ίδιο το έργο, κατά τη γνώμη μου, είναι τόσο διαχρονικό, που δεν χρειάζεται να προσθέσεις μία σαφή αναφορά για να κάνεις τη σύνδεση με το τώρα. Όλα αυτά τα κλασικά έργα που τόσο δικαίως έχουν μείνει ακέραια στον χρόνο και μας απασχολούν και ανεβαίνουν ξανά και ξανά, είναι επειδή μας δίνουν την ευκαιρία να μιλήσουμε για θέματα που παραμένουν επίκαιρα. Οι αναγωγές γίνονται στον θεατή από μόνες τους, παρακολουθώντας το. Η ιστορία, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται· και όλοι ξέρουμε πόσο καταστροφικές συνέπειες μπορεί να έχει αυτό».«Σίγουρα το κομμάτι της έλλειψης πόρων είναι ένα ζήτημα που έχει διαμορφώσει το θεατρικό τοπίο, τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, όμως, το βασικό για μένα είναι να υφίσταται μια ελευθερία στη δραματουργία, στον τρόπο με τον οποίο θες να αφηγηθείς την ιστορία, ο οποίος δεν είναι απαραίτητα ο προφανής. Ακόμα κι αν οι μίνιμαλ εκδοχές ξεκίνησαν, ενδεχομένως, σαν ανάγκη, ταυτόχρονα έδωσαν χώρο σε έναν τρόπο σκέψης που ανοίγει κι ένα πεδίο διερεύνησης πάνω στον ίδιο τον πυρήνα του έργου, αλλά και στους πολλούς διαφορετικούς τρόπους εστίασής του. Ανακαλύπτεις νέες δυναμικές και πολλές φορές συνομιλείς και πιο πυκνά με το υλικό, κατευθύνοντάς το στη “γωνία” από την οποία το βλέπεις εσύ. Θεωρώ πως το ζήτημα μιας πιο προσαρμοσμένης -στο τι θέλει να πει ο κάθε καλλιτέχνης- δραματουργίας, έχει μπει, πλέον, πολύ ισχυρά στις παραστάσεις στην Ελλάδα· και αυτό, μόνο ως θετικό μπορώ να το δω. Το θέατρο, ευτυχώς, μεταλλάσσεται και προχωράει ψάχνοντας κάθε φορά άλλες μεθόδους για να συνομιλήσει με το κοινό».
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Θέατρο – Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .
