Ξέχασε τον ρομαντισμό του Καβάφη. Ο μεγάλος αιρετικός της Θεσσαλονίκης πήρε το απόλυτο σύμβολο του προορισμού και το μετέτρεψε στον πιο σκοτεινό καθρέφτη για την κοινωνική υποκρισία, τις ενοχές και την απελπισία της επιστροφής.
Η λογοτεχνία μάς έμαθε να εξιδανικεύουμε το ταξίδι. Μας έμαθε να πιστεύουμε πως η Ιθάκη μάς δίνει το ωραίο ταξίδι και πως οι Λαιστρυγόνες και ο Ποσειδώνας δεν θα βρεθούν στον δρόμο μας αν δεν τους κουβαλάμε στην ψυχή μας. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, όμως, δεν είχε καμία όρεξη να χαϊδέψει αυτιά. Μέσα από το δικό του, συντριπτικό ποίημα για την Ιθάκη, έσκισε το πέπλο του ηρωικού ταξιδιώτη. Απέδειξε με ωμότητα πως πολλές φορές δεν σαλπάρουμε για να ανακαλύψουμε τον κόσμο. Σαλπάρουμε απλώς επειδή πνιγόμαστε από την υποκρισία της πατρίδας μας, μόνο και μόνο για να ανακαλύψουμε στο τέλος ότι η απόδραση ήταν ένα τεράστιο ψέμα, και ο Ποσειδώνας ζει μόνιμα μέσα στο ίδιο μας το κεφάλι.
Ντίνος Χριστιανόπουλος: «Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους, μοιραίες βουτιές…»
Ο φιλόλογος του περιθωρίου και η «ασφυκτική ηθική»
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος αυτού του ποιήματος, πρέπει να δούμε τον άνθρωπο που το γέννησε. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (το πραγματικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Δημόπουλος) γεννήθηκε το 1931 στη Θεσσαλονίκη. Υπήρξε ένας λαμπρός κλασικός φιλόλογος, μελετητής και ιδρυτής του ιστορικού περιοδικού «Διαγώνιος».
Ακαδημαϊκά και κοινωνικά, ο Χριστιανόπουλος βίωσε την απόλυτη εσωτερική σύγκρουση, την οποία αποτυπώνει ξεκάθαρα στους στίχους του. Ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά, σχεδόν μυστικιστική θρησκευτική πίστη, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν ανοιχτά ομοφυλόφιλος σε μια μετεμφυλιακή, βαθιά συντηρητική Ελλάδα. Όταν γράφει στο ποίημα για τη «στενή και μικρόχαρη Ιθάκη με τα χριστιανικά της σωματεία και την ασφυκτική της ηθική», δεν κάνει ποίηση. Κάνει σκληρό ρεπορτάζ της δικής του ζωής. Περιγράφει τον πνιγμό ενός ανθρώπου που πρέπει να φύγει από τον τόπο του, όχι από επιλογή, αλλά από την απόλυτη ανάγκη να γλιτώσει από τα δικαστικά βλέμματα του καθωσπρεπισμού.
Το «ημίμετρο» της φυγής και η συντριβή των ιδανικών
Η απόδραση, ωστόσο, δεν φέρνει τη λύτρωση. Αντίθετα με τον Οδυσσέα που μαζεύει πλούτη και γνώσεις, ο ήρωας του Χριστιανόπουλου κυλιέται «από δρόμο σε δρόμο, αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες». Ο ποιητής αποδομεί την έννοια της ελευθερίας.
Η απομάκρυνση από την πατρίδα αποδεικνύεται απλώς ένα «ημίμετρο». Στους δρόμους της αλητείας δεν υπάρχει κανένας ρομαντισμός, παρά μόνο μοναξιά και η απόλυτη ντροπή της διάψευσης. Ο στίχος «τρέμοντας μήπως με δει κανένας / που κάποτε του μίλησα για ιδανικά» είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή της ανθρώπινης ήττας. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι όλα τα μεγάλα λόγια που έλεγες στα νιάτα σου για επανάσταση και ανεξαρτησία, διαλύθηκαν μπροστά στη σκληρότητα της πραγματικής ζωής.
Η «ιδιωτική ασωτία» και ο εσωτερικός Ποσειδώνας
Το πιο συγκλονιστικό χτύπημα, όμως, έρχεται στο τέλος του ποιήματος, εκεί που ο μύθος της επιστροφής αποδομείται πλήρως. Ο ταξιδιώτης γυρνάει στην Ιθάκη όχι ως νικητής, αλλά ικετεύοντας για την ασφάλεια που παρέχει η ίδια η κοινωνία που σιχαινόταν.
Παρομοιάζει τον εαυτό του με τον Άσωτο Υιό, αλλά με μια ανατριχιαστική, ειρωνική ανατροπή: δεν επιστρέφει μετανοημένος. Επιστρέφει για να παίξει το θέατρο του «άψογου» και του «ακέραιου», εκμεταλλευόμενος τη σιγουριά του καλόκαρδου πατέρα, προκειμένου να ζήσει «μιαν ασωτία ιδιωτική». Δηλαδή, να συνεχίσει τα πάθη του, αλλά πλέον κρυφά, προστατευμένος πίσω από τις κλειστές πόρτες του συστήματος. Και κάπου εκεί, πέφτει η αυλαία με την απόλυτη, τραγική παραδοχή: «τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω». Δεν φταίει η κοινωνία, δεν φταίνε τα σωματεία, δεν φταίει η θάλασσα. Το τέρας που σε κρατάει μακριά από τη γαλήνη, γεννήθηκε και κατοικεί μόνιμα μέσα σου. Και γι’ αυτό, καμία Ιθάκη δεν πρόκειται ποτέ να σου βρει τη λύση.
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Δεν ξέρω αν έφυγα από συνέπεια
ή από ανάγκη να ξεφύγω από τον εαυτό μου,
τη στενή και μικρόχαρη Ιθάκη
με τα χριστιανικά της σωματεία
και την ασφυκτική της ηθική.
Πάντως δεν ήταν λύση ήταν ημίμετρο.
Κι από τότε κυλιέμαι από δρόμο σε δρόμο
αποχτώντας πληγές κι εμπειρίες.
Οι φίλοι που αγάπησα έχουνε πια χαθεί
κι έμεινα μόνος, τρέμοντας μήπως με δει κανένας
που κάποτε του μίλησα για ιδανικά…
Τώρα επιστρέφω με μιαν ύστατη προσπάθεια
να φανώ άψογος, ακέραιος, επιστρέφω
κι είμαι, Θεέ μου, σαν τον άσωτο που αφήνει
την αλητεία, πικραμένος, και γυρνάει
στον πατέρα τον καλόκαρδο, να ζήσει
στους κόλπους του μιαν ασωτία ιδιωτική.
τον Ποσειδώνα μέσα μου τον φέρνω,
που με κρατάει πάντα μακριά·
μα κι αν ακόμα δυνηθώ να προσεγγίσω,
τάχα η Ιθάκη θα μου βρει τη λύση;
Υπάρχει τελικά φιλία μεταξύ γυναίκας και άνδρα; Τι λένε οι έρευνες και οι φιλόσοφοι;
Φωτογραφία εξωφύλλου


