«η παγωνιά λάμπει στις άκρες των φύλλων/ κι ό,τι ζεστό είναι ν’ ανθίσει στο μέλλον/ περιμένει σκυφτό κάτω απ’ το χώμα». (Leonid Afremov, «Sun of January»).η παγωνιά λάμπει στις άκρες των φύλλων
κι ό,τι ζεστό είναι ν’ ανθίσει στο μέλλον
περιμένει σκυφτό κάτω απ’ το χώμα.
Προς το βράδυ η φύση βρίσκει τρόπο
κι ανάβει τη σκοτεινιά της,
όπως τα ζώα που μες στις γούνες τους
κρύβουν ένα μεγάλο μυστικό:
πώς να πολεμούν το ξεροβόρι
με τη θαλπωρή της αθωότητάς τους.
Εδώ εγώ τι κάνω; Κοιτάω μεσ’ απ’ τα χρονοφαγωμένα
παράθυρα τους ανέμους
ερωτικούς ν’ αγκαλιάζουν τη βλάστηση
και φαντάζομαι επεισόδια απ’ τη ζωή μου,
σκηνές του θανάτου μου να παίζονται
στην ερημωμένη βεράντα
με πρωταγωνιστή τον εγωπαθή χρόνο.
Βγήκε ένας ήλιος σκληρός σαν τιμωρία
και τα παιδιά της γειτονιάς μπόγοι
μες στα κουμπωμένα παλτά τους, στο μουγκό χωράφι
ξαναβρίσκουν τις κρυψώνες της αιθρίας.
Μέσα μου σιωπή όπως στο παλιό κλειστό σαλόνι…
Τι έργα και τι ημέρες… Το σάρκινο σπίτι μου
με ξαφνιάζει με την αντοχή του στα τόσα πάθη
κι άλλοτε πάλι ετοιμόρροπο
μου φαίνεται μες στη νωθρή του ασάφεια.
Ίσως τίποτα δεν ήθελα να πω ποτέ
και για κανέναν·
να ’μουνα μόνο ο απόηχος των ιαχών του ωραίου,
μια ευαίσθητη πλάκα
που πάνω της δοκιμαζόταν η σαγήνη…
Αλλά να, η ελιά ολόκληρη ξεστηθώνεται
μπρος στη θάλασσα,
ξεκινά κι αυτή όπως όλα τα ριζωμένα όντα
απ’ το άφατο
κι όπως υψώνεται μαθαίνει
να μιλά μιαν άλλη γλώσσα.
Αν είναι έτσι, δεν έχασα ποτέ
παρά το χρόνο μου·
όλα όσα μοιάζουν με απώλειες
είχαν έρθει απ’ έξω.
Κι έπειτα δε μου ’χαν πει τίποτα
γι’ αυτές τις στιγμές που θα ’μουνα σαν τη φύση:
άδεια.
Και δε μου ’χαν πει τίποτα γι’ αυτό το άδειο:
πολύλαλο.
Ακολουθήστε το Andro στο Facebook


