Κατά τη χθεσινή, 30ή επέτειο του θανάτου του
Όχι βέβαια, είναι η σωστή απάντηση. Γιατί ο Οδυσσέας Ελύτης, ο σπουδαίος ποιητής που έκλεισε αριστοτεχνικά μέσα στους στίχους του τη θάλασσα, το φως, την ελληνική ψυχή, τις χαρές και τις λύπες, τη ζωή και τον έρωτα κόντρα στον θάνατο, ταξιδεύοντας, παράλληλα, την ελληνική γλώσσα στα πέρατα του κόσμου, είναι, με έναν τρόπο, χαραγμένος ανεξίτηλα στο ελληνικό DNA. Μέσα από τα υπέρτατα λόγια του «Άξιον Εστί
Μέσα από το «Μονόγραμμα
Μέσα από τραγούδια αγαπημένα όπως το «Όμορφη και Παράξενη Πατρίδα
Ο Ελύτης πρωτοστάτησε στο πάντρεμα της ποίησης με τη μουσική, το υποστήριξε με όλες του τις δυνάμεις παρά τις έντονες αντιδράσεις που είχαν εκφραστεί κατά καιρούς. Γιατί διέθετε την διορατικότητα και την ευφυΐα να προβλέψει τη ασυναγώνιστη δύναμη κι επιρροή που θα γεννούσε. Και όπως περίτρανα αποδείχτηκε, είχε απόλυτο δίκιο: «Υπάρχει μια ολόκληρη παράδοση, αναμφισβήτητα, καλόπιστη, που καταδικάζει, ωστόσο, στη συνείδησή της, κάθε συνεργασία μουσικής και ποίησης. Ίσως, γιατί εκτιμά τη μελωδία και βρίσκει άτοπο να συνδέεται αυτή μ’ ένα κείμενο που δεν της ήτανε απ’ αρχής προορισμένο. Τις απόψεις αυτές, πρέπει να πω ευθύς αμέσως, τις κατανοώ και τις σέβομαι, αλλά δεν μου είναι δυνατόν να τις δεχτώ. Φοβούμαι ότι κατά ένα μεγάλο μέρος οφείλονται στη μακρά συνήθεια που μας έχει κληρονομήσει η Δύση και που την υποθάλψανε οι εξατομικευμένες κοινωνίες, να νοούμε τις τέχνες σαν μονάδες ξεχωριστές και να θεωρούμε βεβήλωση τη σύζευξή τους…» είχε πει ο ίδιος.
Η ομιλία που εκφώνησε, στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, κατά την τελετή απονομής του βραβείου, αποτελεί ένα πολύτιμο, διαχρονικό μάθημα για τη σχέση της τέχνης με την κοινωνία, της ποίησης με τη ζωή.
Και σκιαγράφησε την ευρεία έννοια της ποίησης με έναν λεκτικό τρόπο μοναδικό: «Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια…Η ποίηση αντιπροσωπεύει τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση…Για τον ποιητή – μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια…».
Για να καταλήξει με το εξής πολύτιμο και διαχρονικό συμπέρασμα: « Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας».
Αναστασία Κουκά


