H Mαρία Άνχελες έχει ζήσει όλη τη ζωή της στην Ταγγέρη. Και είναι μια μακρά ζωή και τηρουμένων των αναλογιών φαίνεται πως ήταν και μια καλή ζωή. Το σίγουρο πάντως είναι ότι τώρα, στο κατώφλι των ογδόντα της, είναι μια ζωή που απολαμβάνει. Από τις γεύσεις των φαγητών και των γλυκών, ως το άκουσμα των δίσκων της στο πικ απ, ως το επιμελές βάψιμο των κόκκινων νυχιών της ή το πότισμα των κόκκινων λουλουδιών της στο μπαλκόνι. Η κόρη της η Κλάρα την επισκέπτεται από τη Μαδρίτη σχεδόν αιφνιδιαστικά, έχοντας να έρθει έναν χρόνο, και είναι ενδεικτικό του τρόπου σκέψης της Μαρία Άνχελες ότι θεωρεί πως η Κλάρα είναι ατημέλητη, με αποτέλεσμα να τη συμβουλεύει να μην αφήνεται, να φροντίζει τον εαυτό της κλπ.
Ας κλείσουμε το κείμενο με δυο παζάρια. Δεν ξέρω αν έχει γίνει ηθελημένα ή όχι, θεωρώ πως μάλλον όχι, αλλά μερικές φορές στις ταινίες και τα βιβλία δημιουργούνται συνδέσεις στην αφήγηση της ιστορίας, οι οποίες ακόμα κι αν δεν ήταν σκόπιμες, έχουν όμως από μόνες τους το δικό τους γούστο. Από τη μια λοιπόν μια σκηνή κυριολεκτικού παζαριού για μια αγοραπωλησία. Πράξη πρώτη: «Πόσο κάνει – Τόσο – Όχι, ζητάς πάρα πολλά, στο επάγγελμα είμαι κι εγώ, πέσε τόσο – Δεν μπορώ να πέσω τόσο, μπορώ να πέσω μόνο τόσο – Εντάξει, ευχαριστούμε τότε, δεν θα το πάρουμε – Να είστε καλά, σας ευχαριστώ κι εγώ».
Πράξη δεύτερη, κάποια ώρα μετά: Ξαναπερνούν δήθεν τυχαία βολτάροντας μπροστά από το μαγαζί. Ο μαγαζάτορας τους βλέπει και φωνάζει «Κύριε, κύριε, ελάτε μέσα και θα τα βρούμε». Από την άλλη μια σκηνή ενός διαφορετικού παζαριού, ερωτικού: Πηγαίνουν σπίτι της, φέρνουν αυτό που αγόρασαν, διαπιστώνουν ότι κάτι λείπει, καληνυχτίζονται, κάποια ώρα μετά της ξαναχτυπά το κουδούνι, φέρνοντας αυτό που έλειπε.


