Ο Αλμπέρ Καμύ πίστευε ακράδαντα πως η φιλοσοφία και η λογοτεχνία πρέπει να λειτουργούν ως ένας ζωντανός διάλογος με τον αναγνώστη, παρά ως μια έτοιμη «σοφία» που παραδίδεται από τον συγγραφέα.
Γι’ αυτό και σπάνια ανέλυε τους δικούς του χαρακτήρες. Ωστόσο, στην περίπτωση του εμβληματικού αντιήρωά του στον Ξένο (L’Étranger), τον διαβόητο Μερσώ, ο Καμύ άφησε πίσω του ορισμένα κρίσιμα ερμηνευτικά κλειδιά.
Στον πρόλογο της αμερικανικής έκδοσης του έργου το 1955, ο συγγραφέας προέβη σε μια δήλωση που έκτοτε προκαλεί σύγχυση: υποστήριξε πως ο Μερσώ είναι ένας άνθρωπος που «αρνείται να πει ψέματα». Όποιος όμως έχει μελετήσει προσεκτικά το κείμενο, έρχεται αντιμέτωπος με ένα προφανές παράδοξο. Ο Μερσώ λέει συχνά ψέματα. Πώς γεφυρώνεται, λοιπόν, αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην πρόθεση του δημιουργού και τις πράξεις του δημιουργήματος;
Αλμπέρ Καμύ: Η σκοτεινή ψυχολογία της απιστίας και ο μύθος του αμετανόητου Δον Ζουάν
Η ψευδαίσθηση της απόλυτης ειλικρίνειας
Αν εξετάσουμε τον Μερσώ υπό το πρίσμα της καθημερινής ηθικής, διαπιστώνουμε πως απέχει πολύ από το να είναι το απόλυτο πρότυπο ειλικρίνειας. Το κείμενο βρίθει από στιγμές όπου ο πρωταγωνιστής παραπλανά συνειδητά τον περίγυρό του.
- Συμβατικά ψέματα: Συχνά προσποιείται ότι συμφωνεί με τους συνομιλητές του όπως κατά τη διάρκεια της εξαντλητικής ανάκρισης— απλώς και μόνο για να απαλλαγεί από την ενοχλητική παρουσία τους.
- Συνενοχή στην απάτη: Αποδέχεται να γράψει μια επιστολή εκ μέρους του γείτονά του, Ρεϊμόν, γνωρίζοντας απόλυτα πως σκοπός του γράμματος είναι να εξαπατήσει και να ταπεινώσει σεξουαλικά μια γυναίκα.
- Ψευδομαρτυρία: Αργότερα, δέχεται πρόθυμα να καταθέσει ως μάρτυρας υπέρ του Ρεϊμόν, προσφέροντας εν γνώσει του ψευδή κατάθεση στις αρχές.
Πέρα από τα παραπάνω, ο Μερσώ διατηρεί μια βαθιά μυστικοπάθεια. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος ο Καμύ στα σημειωματάριά του, ο χαρακτήρας του σκόπιμα δεν εκφέρει απόψεις, παρά μόνο απαντά σε ερωτήσεις, συμμετέχοντας σε ένα ιδιότυπο «φιλοσοφικό πείραμα» σιωπής και αυστηρής τήρησης προσωπικών κανόνων. Εφόσον λοιπόν παραπλανά, αποκρύπτει και συναινεί σε απάτες, τι εννοούσε ο Καμύ αποκαλύπτοντας το «πάθος του για την αλήθεια»;
Ο επαναπροσδιορισμός του ψεύδους: το κοινωνικό «Θέατρο»
Για να λυθεί ο γρίφος, πρέπει να κατανοήσουμε την εξειδικευμένη έννοια που αποδίδει ο Καμύ στο «ψεύδος». Για τον φιλόσοφο του παραλόγου, το να λες ψέματα δεν σημαίνει απλώς να διαστρεβλώνεις τα γεγονότα. Σημαίνει, κυρίως, «να λες περισσότερα από όσα είναι αλήθεια και, σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη καρδιά, να εκφράζεις περισσότερα από όσα πραγματικά νιώθεις».
Ο Καμύ δεν ενδιαφέρεται για τα κοινά, καθημερινά ψέματα, αλλά για την άρνηση του Μερσώ να «παίξει το παιχνίδι» των κοινωνικών συμβάσεων. Η κοινωνία απαιτεί από τα μέλη της συγκεκριμένες συναισθηματικές αντιδράσεις. Ο Μερσώ μπορεί να πει ψέματα για να γλιτώσει από μια βαρετή συζήτηση, αλλά αρνείται κατηγορηματικά να προσποιηθεί συναισθήματα που δεν βιώνει, ειδικά όταν αυτά αφορούν τον πυρήνα της ύπαρξής του.
Η δίκη: Όταν η αλήθεια γίνεται καταδίκη
Η απόλυτη σύγκρουση μεταξύ της αυθεντικότητας του Μερσώ και του κοινωνικού καθωσπρεπισμού κορυφώνεται στη δίκη του. Το πραγματικό του έγκλημα η δολοφονία ενός Άραβα στην παραλία με πέντε πυροβολισμούς— εξελίσσεται στο Αλγέρι της δεκαετίας του 1940. Μέσα σε ένα βαθιά αποικιοκρατικό και άνισο νομικό σύστημα, ένας λευκός Γάλλος έποικος που σκότωσε έναν Άραβα ο οποίος μάλιστα οπλοφορούσε (κρατούσε μαχαίρι), θα μπορούσε εύκολα να επικαλεστεί αυτοάμυνα. Αν ο Μερσώ έδειχνε συντριβή, έπαιζε τον ρόλο του μετανιωμένου αμαρτωλού και εκλιπαρούσε για έλεος, η ποινή του θα ήταν πιθανότατα μερικά χρόνια καταναγκαστικών έργων.
Όμως, αρνείται να παίξει αυτό το παιχνίδι. Αρνείται να εκφράσει μια τεχνητή μεταμέλεια.
Απέναντί του, ο εισαγγελέας στήνει ένα δικό του, θανάσιμο παιχνίδι εντυπώσεων. Αδιαφορώντας πρακτικά για το ίδιο το έγκλημα, εστιάζει αποκλειστικά στη συμπεριφορά του Μερσώ στην κηδεία της μητέρας του. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έκλαψε, χρησιμοποιείται για να φιλοτεχνηθεί το πορτρέτο ενός ηθικού τέρατος. Ο εισαγγελέας δεν προσφέρει ορθολογικά επιχειρήματα, αλλά χειραγωγεί το συναίσθημα των ενόρκων: ένας άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του και κάνει έρωτα την επόμενη μέρα, αποτελεί απειλή για τα ιερά θεμέλια της κοινωνίας και, άρα, πρέπει να καρατομηθεί.
Η τελική ετυμηγορία
Η καταδίκη του Μερσώ σε θάνατο δεν είναι, εν τέλει, η τιμωρία για τον φόνο ενός ανθρώπου. Είναι η εκδίκηση μιας κοινωνίας απέναντι σε κάποιον που αρνείται να συμμετάσχει στο υποκριτικό της θέατρο.
Το αίνιγμα του Καμύ, λοιπόν, αποκωδικοποιείται: ο Μερσώ δεν πεθαίνει ως ένας άμεμπτος μάρτυρας της αντικειμενικής αλήθειας. Πεθαίνει επειδή αρνείται πεισματικά να υποκριθεί ενώπιον ενός συστήματος που θρέφεται από τον συναισθηματικό κομφορμισμό. Η άρνησή του να πει αυτό το συγκεκριμένο ψέμα, το ψέμα της ψυχικής προσποίησης, είναι τελικά αυτό που τον καθιστά, στα μάτια του δημιουργού του, τον μοναδικό αυθεντικό «ξένο» σε έναν κόσμο γεμάτο κανονικοποιημένες απάτες.
11 αποφθέγματα για το τέλος – Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να βάλουμε τελεία;


