Το 2020 προκάλεσε αυτό που στις μέρες μας αποκαλούμε «buzz». Για τους δημιουργούς στο YouTube κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, καθώς η πληροφορία εκεί είναι περισσότερη από αυτή που μπορούμε να καταναλώσουμε.
Στο 2026 πλέον τον βρίσκουμε παντού, σε όλες τις γνωστές πλατφόρμες. Τον βρίσκουμε επίσης και στα βιβλιοπωλεία, με το νέο του βιβλίο «Συγχαρητήρια, πέθανες!» για το οποίο θα πραγματοποιηθεί ένας ξεχωριστός περίπατος στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας στις 25 Απριλίου με θέμα «Μύθοι της Αθήνας και Αρχαίες Ιστορίες».
Ο Άδης, πράγματι, είναι ένας εξαιρετικά παρεξηγημένος θεός. Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί πως ήταν ο θεός του θανάτου, πράγμα που δεν ίσχυε για τις πεποιθήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν βασιλιάς του Κάτω Κόσμου και υπεύθυνος για τις ψυχές που ζούσαν εκεί. Δεν αποφάσιζε ποιος ζούσε και ποιος πέθανε, αυτό ήταν στη δικαιοδοσία άλλων. Φυσικά, επειδή συνδέθηκε με τον θάνατο απόλυτα, το όνομά του απέκτησε και μια αρνητική χροιά. Έτσι σταδιακά οι άνθρωποι άρχισαν να αποφεύγουν να τον αποκαλούν «Άδη» και σκέφτηκαν το όνομα «Πλούτωνας», συνδέοντάς τον έτσι με τον πλούτο που έρχεται μέσα από τη γη. Αυτό που με τράβηξε στον Άδη ήταν ότι όλες αυτές οι ιστορίες, όπως λέω και στο βιβλίο, δεν ήταν ποτέ για τους νεκρούς. Λειτουργούσαν ως ιστορίες για τους ζωντανούς, ώστε να βρίσκουν παρηγοριά στο άγνωστο του θανάτου, να βλέπουν παραδείγματα μίμησης και αποφυγής και να ζουν τη ζωή τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, πράγμα που φαίνεται και κατά τη διάρκεια της ιστορίας που θα διαβάσει ο αναγνώστης στο βιβλίο.
Θεωρώ ότι ανέκαθεν ήταν και θα είναι έντονη. Είναι, ίσως, το μεγαλύτερο μυστήριο της ζωής και ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος φόβος μας. Ίσως το ανθρώπινο είδος να μην καταφέρει ποτέ να απαντήσει με βεβαιότητα στο ερώτημα του τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Καθορίζει τις ζωές μας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε και ακόμα κι αν κάποιος φτάσει μέσω της φιλοσοφίας σε σημείο να συμφιλιωθεί με την ιδέα του δικού του θανάτου ή των δικών του ανθρώπων, ποτέ δεν θα μπορέσει να τον καταλάβει απόλυτα, πόσο μάλλον να τον νικήσει. Επομένως, είναι κάτι που μας ενώνει όλους, ανεξαρτήτως, και το κομμάτι της μυθολογίας ήρθε πολύ φυσικά και αρμονικά να καλύψει ένα κενό που εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να καλυφθεί. Έκανε όμως αρκετά καλή δουλειά και γι’ αυτό οι ιστορίες αυτές έμειναν μέχρι και σήμερα.
YouTube, podcast, βιβλίο. Συνεχίζεις να μοιράζεσαι περιεχόμενο το οποίο είναι διαφορετικό από όσα έχουμε συνηθίσει. Γιατί θεωρείς πως εξακολουθούμε να δείχνουμε ενδιαφέρον για το παρελθόν;
Διότι δεν υπάρχουμε χωρίς αυτό, παρά το γεγονός ότι και το ίδιο το παρελθόν δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Το μόνο που έχουμε είναι η εικόνα μας για αυτό, είτε ατομικά είτε συλλογικά. Ποτέ δεν θα μπορέσουμε να το δούμε όπως ήταν, μόνο να πλησιάσουμε σε αυτό σε κάποιο βαθμό. Αν το δούμε ατομικά, αυτό που είμαστε ο καθένας μας ξεχωριστά είναι οι μνήμες και οι αναμνήσεις μας, οι δικές μας αλλά και των άλλων για εμάς. Δίχως μνήμες και αναμνήσεις δεν έχουμε ταυτότητα, δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε, ποια είναι η θέση μας στον κόσμο, ποια είναι η σχέση μας με τους ανθρώπους γύρω μας. Αν πάμε στο συλλογικό, τον ρόλο αυτόν τον παίζει η ιστορία και το παρελθόν γενικά. Αυτά μας έφεραν μέχρι εδώ και αν θέλουμε να ξέρουμε έστω σε έναν βαθμό ποιοι και τι είμαστε, πρέπει οπωσδήποτε να στρέψουμε το βλέμμα μας σε αυτά.
O αγαπημένος σου μύθος;
Μέχρι πρόσφατα είχα στο μυαλό μου τον μύθο του Έρωτα και της Ψυχής. Ένας καταπληκτικός μύθος των ρωμαϊκών χρόνων με προσωποποιημένες έννοιες που υπογραμμίζει τις δυσκολίες στις ανθρώπινες σχέσεις, τη σημασία της εμπιστοσύνης, τα εμπόδια, τον έρωτα, το ασυμβίβαστο λογικής και συναισθήματος. Πλέον, μετά και το βιβλίο αυτό, μου έρχεται ασυναίσθητα στο μυαλό όλος ο Κάτω Κόσμος των αρχαίων Ελλήνων. Πρόκειται, ίσως, για το ακριβέστερο ψυχογράφημα ενός είδους που προσπαθεί να διαχειριστεί τους φόβους, τις αγωνίες και τις ανησυχίες του πλάθοντας έναν ολόκληρο κόσμο γεμάτο σύμβολα και νοήματα. Και όλα αυτά, επαναλαμβάνω, όχι για όταν πεθάνει, αλλά για όσο ζει!


