Για τους σύγχρονους με τον Μάικλ Τζάκσον λάτρεις της ευφυούς μουσικής και χορευτικής κινησιολογίας του, το πλήγμα των αποκαλύψεων και καταγγελιών εναντίον του που αφορούσαν σεξουαλικές κακοποιήσεις παιδιών στο περίφημο «βασίλειο» της Neverland που είχε χτίσει, είναι ένα διαρκές τραύμα. Είναι επίσης μιας διαρκής υπενθύμιση του διχασμού ανάμεσα στην υπόσταση του καλλιτέχνη και της πραγματικής του προσωπικότητας.
Από το ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland».
Ο Μάικλ Τζάκσον χαιρετά τους θαυμαστές του κατά την άφιξή του στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κομητείας Σάντα Μπάρμπαρα στη Σάντα Μαρία της Καλιφόρνιας, τον Μάρτιο του 2005. @EPA/JOHN G. MABANGLO
Ο Τζαφάρ Τζάκσον ως Μάικλ Τζάκσον στη βιογραφία «Michael». Photo Credit: Glen Wilson
Το ράντσο του Μάικλ Τζάκσον «Neverland» σε παλιότερη αεροφωτογραφία του 2003. EPA/ARMANDO ARORIYO
Παράλληλα, οι εσωτερικές εντάσεις δεν λείπουν. Η κόρη του Μάικλ Τζάκσον, Πάρις, έχει εκφράσει δημόσια τις αντιρρήσεις της για τη βιογραφία, κάνοντας λόγο για ανακρίβειες και ελεγχόμενη αφήγηση. Οι παρεμβάσεις της, τόσο σε νομικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο, υπογραμμίζουν ότι ακόμη και εντός της οικογένειας δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία για το πώς πρέπει να παρουσιαστεί το ευρύτερο αφήγημα ζωής του πατριάρχη της μεγάλης περιουσίας.
Μάικλ Τζάκσον και πολιτισμική μνήμη
Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, η εικόνα του Τζάκσον μεταβάλλεται επίσης. Ο Μαρκ Άντονι Νιλ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ, παρατηρεί ότι οι νεότεροι φοιτητές τείνουν να βλέπουν τον καλλιτέχνη μέσα από το πρίσμα των κατηγοριών και της πολιτισμικής κριτικής, σε ένα περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί από ανάλογες δικαστικές υποθέσεις κακοποίησης όπως εκείνες των Μπιλ Κόσμπι, R. Kelly και Σιν Κομπς. Ας μην ξεχνάμε πως ζούμε σε έναν κόσμο που βίωσε βαθύ σοκ μετά το κίνημα #MeToo.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι βαθύτερο από την επιτυχία μιας ταινίας. Αφορά τη φύση της πολιτισμικής μνήμης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαμορφώνεται. Όπως έχει επισημάνει ο ειδικός στη διαχείριση πνευματικών δικαιωμάτων νεκρών διασημοτήτων, Μαρκ Ρέσλερ, όταν ένας καλλιτέχνης πεθαίνει, παύει να προσφέρει «προσωπικές υπηρεσίες» όπως συναυλίες και νέες ηχογραφήσεις, αλλά αφήνει πίσω του ένα τεράστιο έργο πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην περίπτωση του Τζάκσον, αυτή η απουσία προς το παρόν λειτουργεί υπέρ του, καθώς αποτρέπει νέες αμφιλεγόμενες εμφανίσεις του και επιτρέπει στην καλογυαλισμένη εκδοχή του brand να κυριαρχήσει.
Έτσι, ο Μάικλ Τζάκσον παραμένει ταυτόχρονα παρών και απών: ένα πολιτισμικό φάντασμα που συνεχίζει να παράγει αξία, να προκαλεί συζητήσεις και να διχάζει το κοινό. Η βιογραφία «Michael» δεν θα λύσει αυτό το παράδοξο. Αντίθετα, πιθανότατα θα το ενισχύσει. Ο πραγματικός της στόχος δεν είναι να απαντήσει στο ποιος ήταν ο Μάικλ Τζάκσον, αλλά να καθορίσει ποια εκδοχή του θα συνεχίσει να μαγεύει το παγκόσμιο κοινό.
Με πληροφορίες από The New York Times


