Ανασφαλής γιος πορωμένου παλαιοντολόγου στέλνει κατά λάθος εαυτόν, πατέρα και συμμαθήτρια πίσω στην εποχή των δεινοσαύρων! Θα βρουν τον δρόμο της επιστροφής;
Κατά τα φαινόμενα, είναι πιο πιθανό να σκάσουν ξανά μύτη οι δεινόσαυροι στην πραγματικότητα παρά να πάψουν ν’ αποτελούν πηγή έμπνευσης για ταινίες παιδικής ψυχαγωγίας. Τούτη «Η Οικογένεια Ντινοσάουρους» δεν διαθέτει τις έντονες meta ανησυχίες του «Διπλόδοκος, το Δεινοσαυράκι» (2024), κοιτώντας κατά «Επιστροφή στην Εποχή των Δεινοσαύρων» (2022) μεριά. Ευτυχώς, δεν διαθέτει την (επιπλέον) live action φτήνια του τελευταίου, κάνοντας το ρωσικό αυτό animation να πιάνει (έστω) το minimum των στόχων του.
Μπλέκοντας παλαιοντολογία, εφηβικές ερωτικές ανησυχίες και… ταξίδια στον χρόνο, το στόρι μας συστήνει τον μαθητή σχολείου Φιλ, ο οποίος δεν τυγχάνει της καλύτερης εκτίμησης από τους συμμαθητές του. Η γενικότερη συστολή και η δειλία του δεν του έχουν επιτρέψει να εξομολογηθεί στην Ρίνα τα αισθήματα που τρέφει γι’ αυτήν, με τις γκάφες και τη φήμη τρελού επιστήμονα που περιβάλλει τον πατέρα του να τον έχουν μετατρέψει σε κάτι σαν περίγελο της τάξης. Ο κίνδυνος λουκέτου (εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων) που ενσκήπτει για το οικογενειακό μουσείο παλαιοντολογίας δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την καθημερινότητά του άτυχου Φιλ. Η κατά λάθος χρήση μαγικής πέτρας που έχει τη δύναμη ταξιδιού στον χρόνο, στέλνει σύσσωμη την παρέα στην Μεσοζωική εποχή, ανοίγοντας παράδοξο παράθυρο απόδρασης. Εκεί, όμως, οι δεινοσαυρικοί κίνδυνοι παραμονεύουν, αν και το αυτό πετυχαίνουν και οι εκπλήξεις από το οικογενειακό παρελθόν.
Ξεκαθαρίζω εξαρχής πως αν πιάσεις ν’ ασχοληθείς στα σοβαρά με το σενάριο, τότε το φιλμ είναι για να πεταχτεί στους… βροντόσαυρους, καθώς οι τρύπες του είναι πιο μεγάλες κι από λακκούβα ίχνους δεινοσαύρου! Η φάση με τον σοφό παππού και τη σπασμένη πέτρα (που ουδείς είχε μπει στον κόπο να εξετάσει τη λειτουργία της) ειδικότερα χρήζει σοβαρών απαντήσεων, οι οποίες δεν δίνονται για κανέναν λόγο. Παρ’ όλα αυτά, οι συγκεκριμένες αστοχίες ελάχιστα με ενόχλησαν, καθώς η ταινία διαθέτει μια σαρκαστική διάθεση και μια ματιά που κοιτά προς ένα πιο εφηβικό κοινό, χαρακτηριστικά τα οποία προσωπικά εκτίμησα.
Η επαναλαμβανόμενη εμφάνιση μπρατσαρά τύπου Τζέισον Μόμοα, ο οποίος καθοδηγεί εν είδει εσωτερικής φωνής τον άτολμο Φιλ προς τον δρόμο του θάρρους, διαθέτει περιπαικτική διάθεση για το μοντέλο του macho man, που λειτουργεί ακόμα και στα… προϊστορικά χρόνια. Ως εκ τούτου, το χιούμορ και το γενικότερο καταστασιακό απευθύνονται καλύτερα σε παιδάκια των τελευταίων τάξεων του δημοτικού (μιλάμε, δηλαδή, για οριακά διψήφιες ηλικίες), αν και το (κλασικό) μήνυμα περί οικογένειας και πίστης στις δυνάμεις σου πιάνει τους πάντες. Η ποιότητα παραγωγής στέκει σε αξιοπρεπή επίπεδα, ο δε ρυθμός είναι ιδιαίτερα γρήγορος, κάτι που κάνει τα σκάρτα ογδόντα λεπτά διάρκειας να «τσουλάνε» ανεκτά.


