Ο Καρυωτάκης, ο κατεξοχήν εκφραστής του υπαρξιακού αδιεξόδου και της παραίτησης, στο ποίημα «Της αμαρτίας δουλεύτρα», στήνει ένα σκηνικό όπου η πτώση είναι νομοτελειακή. Στα στήθια σου τον άφησες να γείρει,
τον σκέπασες με τα χρυσά μαλλιά σου
κι εστράγγισες της γλύκας το ποτήρι.
Μες στου φιλιού τ’ ανείπωτο μεθύσι
5
εκοίταξες, τρελή, την παρθενιά σου:
την είδες σα χρυσόνειρο να σβήσει.
Κι εδάκρυσες. Με μάτια θολωμένα
—απάρθενη σιγόλαμψε η ματιά σου—
τη μαύρη αλήθεια αντίκρισες θλιμμένα.
10
Και σήμερα που —οϊμέ!— την Αμαρτία
δουλεύεις, τη νεκρή την ομορφιά σου
προσφέρνεις σε μια αναίμαχτη θυσία.
Καβάφης: «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με»
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο Lavart .
