Λίγο πριν την παράσταση «Φωνές και Μνήμες», με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Τάση Χριστογιαννόπουλο Λ.Μ: Το ποίημα είναι ένας υπαρξιακός ύμνος. Έρχεται από τη φωνή δύο γυναικών που έχουν βιαστεί από τον σύγχρονο κόσμο. Ο ρομαντισμός πέθανε, ο έρωτας και η αγάπη, «οι άνθρωποι δεν κλαίνε πια» μας λέει ο Τερζόπουλος. Τα συναισθήματα βραχυκυκλώνουν, τα ένστικτα απενεργοποιούνται, οι φωνές νεκρώνουν. Ό, τι έχει ψυχή, ό,τι γίνεται δέσιμο, είναι προς αποφυγή, οδηγείται στην αυτόματη καταστροφή του. Ο ύμνος αυτός στον άνθρωπο μπορεί μόνο να έρθει από τη φωνή του σοκ. «Κι εγώ, κι εγώ, κι εγώ, πού είμαι, που είμαι, πού είμαι» – Σοκ όταν αντικρίζεις τα συντρίμμια αυτού του κόσμου, ενός κόσμου που έχυσες αγάπη και σου επιστρέφει το κενό. Το μίσος, τον πόλεμο, τη βία, τον πόνο κι εσύ μέσα σε αυτό τον ατέρμονο φόβο που φέρνει ένας βιασμός ψυχής και σώματος, πρέπει να συνεχίσεις να ζεις. Να ξεσπάς τη φωνή σου και να ζητάς τη δικαίωσή σου. Την ελευθερία σου. Από αυτόν τον κόσμο που σε βιάζει και μετά σπέρνει τα συντρίμμια του στο επόμενο θύμα. Έτσι μόνο μπορεί να ερμηνευτεί αυτό το ποίημα. Είναι ένα ηχηρό σοκ μετά από ένα βιασμό που έρχεται κάθε μέρα και δεν τελειώνει ποτέ. Μεγαλώνει και η φωνή σου ζητάει όλο και πιο πολύ να σπάσει, να εκραγεί, να ακουστεί ή και όχι, να ρίξει τα χάρτινα τοιχώματα αυτού του βιασμένου και βίαιου κόσμου. Το ποίημα του Σινόπουλου αντιστέκεται στη λήθη των φασιστικών θηριωδιών. Πώς βλέπετε τη σχέση της τέχνης με τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα; Κ.Μ: Η τέχνη είναι υπενθύμιση. Δεν χρειάζεται πάντα να μιλά ευθέως πολιτικά για να είναι πολιτική. Υπάρχουν έργα που δεν διατυπώνουν κανένα σύνθημα, κι όμως είναι βαθιά πολιτικά. Πρόσφατα είδα το “NÔT” της Freitas, μια παράσταση που μου έκοψε την ανάσα και που δεν ‘άρθρωσε’ τίποτα πολιτικό, κι όμως η πολιτική της διάσταση ήταν παρούσα κάθε λεπτό. Η τέχνη, για μένα, γίνεται πολιτική όταν δεν επιτρέπει στη λήθη να γίνει κανονικότητα. Λ.Μ: Το ποίημα αντιστέκεται στη λήθη του φασισμού και στη λήθη γενικότερα. Αυτό είναι ένα ζήτημα που απασχολεί ιδιαίτερα τον Τερζόπουλο και νομίζω είναι και ένας λόγος που το επέλεξε. Επειδή η λήθη δεν ήταν ποτέ πιο επίκαιρη απ’ ό,τι σήμερα. Ακριβώς πάνω σε αυτό αντιστέκεται ο Τερζόπουλος. Η μνήμη είναι η επανάσταση. Ζούμε σε έναν κόσμο λήθης. Η αγάπη είναι θαμμένη «κάτω από τη γη», όπως γράφει ο Σινόπουλος. Όταν ξυπνάει, δεν έρχεται παρά σαν ψευδαίσθηση, σα φάντασμα, σα μαύρη τρύπα απλώς για να ξεχαστεί και να επιστρέψει ο κόσμος στη ρουτίνα του μίσους, της βίας και του φασισμού. Η τέχνη, λέει ο Τερζόπουλος, είναι μόνο πολιτικό ζήτημα. Αν κάτι μπορεί να αλλάξει, αυτό θα έρθει με τη μνήμη. Ζούμε σε ένα ναρκοπέδιο μίσους και λήθης. Το έδαφος στο οποίο δεν έχει νάρκες, είσαι ασφαλής, αλλά αυτό κρατάει μόνο για λίγο, μέχρι να κάνεις ένα βήμα που θα ενεργοποιήσει τη νάρκη που θα σου συντρίψει ό,τι νόμιζες πως πίστευες. Εκεί, είσαι μόνος σε ένα ναρκοπέδιο φόβου και φασισμού. Μόνο η φωνή μας μπορεί να αντηχήσει. Εγώ στο ένα σημείο, η αδερφή μου στο άλλο. Της στέλνω τη φωνή μου να με ακούσει, μου τη στέλνει πίσω για να μου πει ότι ζει. Ζούμε ακινητοποιημένες μέχρι να εκτοξευτεί η νάρκη που θα καλύψει τα πάντα. Έχουμε μόνο τις φωνές μας που πάντα θα εναντιώνονται στη βία. Ποιος ξέρει; Μπορεί οι φωνές μας να απενεργοποιήσουν τις νάρκες. Σ’ αυτό ελπίζω. Πιστεύω στα θαύματα. Ποιο κομμάτι του ποιήματος θεωρείτε ότι αντανακλάται άμεσα στο σήμερα; Κ.Μ: Το βλέμμα του επιζώντα είναι απολύτως σύγχρονο και υπαρξιακό. «Κι εγώ, που είμαι; σε ποια χώρα, σε ποιά γη; κάτω από τη γη». Μιλάει για την αγωνία της ταυτότητας, τη φρίκη του πολέμου, την έπαρση του ανθρώπου, κάθε στίχος έχει βάρος. Λ.Μ: Ο Σινόπουλος λέει μέσα στο έργο «Κι εγώ.. Πού είμαι; Σε ποια χώρα; Σε ποια γη; Κάτω από τη γη; Σε ποια βουνά που καίνε; Το μάτι ακοίμητο παραμονεύοντας μέσα απ’ τα ξερολίθαρα» (το ίδιο σημείο είναι το αγαπημένο μας). Ο σύγχρονος άνθρωπος σαν άγρυπνος στρατιώτης που του απαγορεύεται να αφεθεί, να ζήσει. Η πατρίδα του είναι κάτω από τη γη, θαμμένη κάτω από τα απομεινάρια μιας χαμένης ταυτότητας. Πού είναι ο άνθρωπος; Πού είναι η πατρίδα του; Ψάχνει τη φωνή του παγιδευμένος μέσα σε μια απίστευτη ανυπαρξία που τον εγκλωβίζει και τον εμποδίζει από το να σπάσει τα δεσμά του και να χαμηλώσει τις δαγκάνες του. Οι δαγκάνες που νομίζει ότι τον προστατεύουν γίνονται τα φονικά του όπλα. Ψάχνει τις απαντήσεις του μέσα από ένα βαθύ πηγάδι και το σκοινί για να βγει από εκεί γίνονται τα νύχια του, τα δόντια του. Ή στέκεται εκεί ακούνητος και στέλνει τον ήχο του από εκεί μέσα. «Κι εγώ.. Πού είμαι; Σε ποια χώρα; Ποια γη κάτω από τη γη;». Είναι μια έκκληση στον εαυτό, στον Άλλο, στον κόσμο. Ψάχνω να βρω πού είμαι μέσα από ένα βαθύ πηγάδι, ψάχνω τον άγριο ήχο μου και το στέλνω στην αδερφή μου και εκείνη με ακούει μέσα από το δικό της πηγάδι. Ακοίμητοι, ανελεύθεροι, θαμμένοι κάτω από μια πατρίδα που δεν έγινε ποτέ δική μας. Ποιες φωνές και στίχοι σας φέρνουν μνήμες από το σπίτι σας; Κ.Μ: Μεγαλώσαμε με Σαββόπουλο και Beatles, Σιδηρόπουλο και Rolling Stones, Prokofiev και Τρύπες. Λ.Μ: «Πού είναι τα παιδιά μου; Ο πατέρας μου ο άσπρος κι ο πανύψηλος; Και η μάνα μου που είναι άσπρη και πανύψηλη». Λόγια που φαίνεται στην αρχή να ακούγονται είτε από μια μάνα που έχασε και ψάχνει τα παιδιά της στη Γάζα είτε από ένα μικρό παιδί που στα μάτια του οι γονείς του μοιάζουν ψηλοί γίγαντες, αμόλυντοι, καθαροί. Τα λόγια αυτά δε γίνεται να μην φέρνουν στο μυαλό μου τους δικούς μου ανθρώπους που είναι πάντοτε παρόντες για μας. Οι γονείς μου. Μόνιμοι συμπαραστάτες και στηρίγματα. Πάντα κρατάω το παιδί μέσα μου και πάντα θα τους βλέπω ως τους πιο όμορφους ανθρώπους που έχουν την ικανότητα να κατακτήσουν και να αλλάξουν τον κόσμο με τη δύναμη της αγάπης τους. Ανήκετε στη νέα γενιά καλλιτεχνών, με τον δικό σας χαρακτήρα και αισθητική. Πώς και πότε ξεκινήσατε να ασχολείστε με το κλασικό ελληνικό τραγούδι; Κ.Μ: Το τραγούδι για μένα είναι ένα, είτε είναι κλασσικό, είτε ποπ, είτε αγγλικά είτε ελληνικά, οπότε δεν μπορώ να πω πως τα διαχωρίζω. Όπως και η μουσική είναι μία, έτσι και η φωνή ως όργανο. Λ.Μ: Η μουσική για μένα ήταν πάντα στοιχείο της ύπαρξής μου. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, γράφω. Για να γράφω καλύτερα, άρχισα να παίζω ζωντανά τους διαλόγους και εκεί άρχισα να μπαίνω στον κόσμο της φαντασίας μου που τον προτιμούσα από την πραγματικότητα. Μικρή, κρυφάκουγα την αδερφή μου που έκανε μαθήματα κλασικού τραγουδιού και θυμάμαι να βγάζω κορώνες κρυμμένη πίσω από τη συρταρωτή και να γελάνε μαζί με τη δασκάλα της. Καταλαβαίνω καλύτερα τον κόσμο μέσα από τον ρυθμό. Ο ρυθμός είναι το δυνατότερο στοιχείο της τέχνης και της ζωής. Όλα έχουν ρυθμό, όλα είναι παρτιτούρα, οι εκφράσεις, οι άναρθρες κραυγές, οι χειρονομίες, η κινητικότητα των βλεφάρων, το περπάτημα, η αναπνοή, η ζωή, ακόμα κι ο θάνατος. Έχει ένα βαθύ άγνωστο ρυθμό, που μπορούμε να τον κάνουμε δικό μας στην τέχνη. Ποιο ήταν το τραγούδι που λατρεύατε από παιδιά, αλλά μεγαλώνοντας καταλάβατε πόση βαρύτητα είχαν οι στίχοι που τραγουδούσατε; Κ.Μ: Για να μπω στο Μουσικό Γυμνάσιο τραγούδησα το «Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία…» του Μάνου Λοΐζου. Η μελωδία του έχει μια φαινομενική χαρούμενη φωτεινότητα. Κι όμως, από μικρή καταλάβαινα ότι μιλά για τη δικτατορία, για μια ιστορία που είχε απαγορευτεί να ειπωθεί. Είχα μάλιστα διαβάσει ότι από τις πρώτες παρουσιάσεις του τραγουδιού έγιναν σε μπουάτ στο Κολωνάκι, σε παρέα του Λοΐζου, με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη. Άλλα κομμάτια που με άγγιζαν από μικρή ήταν το «Κάποτε θα’ρθουν να σου πουν» του Σιδηρόπουλου, αυτή η φράση “υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα” χαράχτηκε μέσα μου πριν ακόμη καταλάβω πλήρως το πολιτικό της βάρος. Νομίζω πως αυτά τα τραγούδια με διαμόρφωσαν ήσυχα. Λ.Μ: Ένα τραγούδι που θυμάμαι από πάντα είναι το Περιβόλι του Διονύση Σαββόπουλου. Θυμάμαι τον μπαμπά μου να μου το τραγουδάει στην κιθάρα του, που μου φαίνεται ακόμα καλύτερο από κάθε εκτέλεση που το είχα ακούσει μεγαλώνοντας με τη βαθιά μοναδική φωνή του. Από πολύ μικρούλα που το άκουγα, του ζητούσα να μου το πει ξανά και όταν το ξαναέλεγε, του έλεγα πάλι! Μετά, έμαθε να το παίζει και η αδερφή μου και της έλεγα πάλι πάλι! Ως βαθιά ρομαντικός άνθρωπος όσο κι αν μεγαλώνω, ο ρομαντισμός είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι μου που επιλέγει ακόμα να μην πεθαίνει αλλά να κρατιέται ζωντανό στην τέχνη και στη φύση μου. Στην κορύφωση του κομματιού «Κοντά μου φωσφορίζοντας, σκύβεις και με φιλάς και τη νύχτα με σκεπάζεις ναι και με παρηγοράς», θυμάμαι να παραλύω και να ανυπομονώ γι’ αυτό το σημείο για να φανταστώ τις «ανθισμένες κερασιές» στο λουλουδάτο κήπο που περιγράφει ο Σαββόπουλος. «Κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ κάτι μαγικό, κάτι πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο του βυθού». Αυτό το τραγούδι κάπως ξύπνησε μέσα μου το φαντασιακό μου κόσμο, την παρηγοριά μου, εκεί βρίσκω μαγεία και την ψάχνω παντού. «Τόσα χρόνια πάλευα μόνος στα τυφλά κι αρρώστησα και πέρασα πολλά». Μικρούλα φοβόμουν, έλεγα γιατί αρρώστησε; Γιατί πέρασε τόσα πολλά; Από πόνο; «Τώρα όμως πλάι σου και πάλι περπατώ μες στα χρώματα του κήπου σου και δίπλα στο νερό» . Όμως όταν έλεγε πως πλάι σου περπατώ στα χρώματα του κήπου σου… ανατρίχιαζα και φανταζόμουν τον κήπο μου μες στα άνθη μου και τον ήλιο. Έτσι φανταζόμουν. Να υποθέσω πιστεύετε ακράδαντα στον πολυδιάστατο χαρακτήρα του καλλιτέχνη ; Λ.Μ: Όταν η αδερφή μου γνώρισε τον Τερζόπουλο, του είπε «εγώ έρχομαι από έναν άλλο χώρο, της μουσικής». Εκεί την κοίταξε με ένα βλέμμα, που μου ήρθε κάπως αστείο, λιγάκι παιχνιδιάρικα και ταυτόχρονα με απόλυτη πεποίθηση και της είπε «Η τέχνη είναι μία». Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Η τέχνη δεν διαχωρίζεται. Μιλάμε συνεχώς για είδη μουσικής, χιπ χοπ, όπερα, πανκ ή ελαφρολαϊκό. Για είδη θεάτρου και σινεμά. «Αυτό είναι εμπορικό. Αυτό είναι σοβαρό. Αυτό είναι δήθεν». Κρίνουμε και διαχωρίζουμε. Και ξανακρίνουμε. Πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένα πράγμα. Είναι η αντίληψη για τη ζωή, τον κόσμο. Είναι να θες να ζήσεις τα πάντα. Να γίνεις ένας λαϊκός τραγουδιστής στα μπουζούκια, μετά να γίνεις ένας κορυφαίος στον Χορό, μετά να μπορείς να φανταστείς να στέκεσαι στη Σκάλα του Μιλάνου ή σε ένα χιπ χοπ στάδιο και μετά να γίνεις ένας μουγκός αγγελιαφόρος. Οι διαχωρισμοί περιορίζουν, μικραίνουν, στενεύουν τα όρια. Και τα όρια είναι απέραντα και έρχονται από μέσα μας. Εμείς φανταζόμαστε ότι δεν μπορούμε να περάσουμε αυτά τα όρια. «Δεν μπορώ να κάνω λάθος. Δεν μπορώ να σηκωθώ. Δεν μπορώ να επαναστατήσω». Ο πολυδιάστατος καλλιτέχνης είναι πολυδιάστατος άνθρωπος. Δεν κρίνει, δεν νιώθει ότι ανήκει εδώ και όχι εκεί, καταλαβαίνει ότι η αλήθεια είναι παντού, έρχεται από παντού και από όλους. Η αλήθεια μας είναι μία. Είναι αυτή που κουβαλάει ο κάθε άνθρωπος. Αν εγκλωβιζόμασταν εξαιτίας ενός πολέμου σε ένα χώρο και έπρεπε να επιβιώσουμε, όλοι οι άνθρωποι θα γινόμασταν ένα. Εκεί δεν υπάρχει διαχωρισμός ούτε επίκριση. Δυστυχώς στην ανθρώπινη φύση, μόνο μέσα από τις καταστροφές, υπάρχει μια ελπίδα σύνδεσης. Στην τέχνη, μπορούμε να ενωθούμε χωρίς διαχωρισμούς, όρους και ταμπέλες. Η τέχνη είναι μία. Κ.Μ: Τα είπε όλα η Λυγερή. (χαμογελάει με συγκίνηση).Info:
Λιγότερο απο 1 λεπτό
Διάρκεια άρθρου:
Λεπτά
Το πρωτότυπο άρθρο ανήκει στο
ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός
. 

