Η αποτύπωση του δίπολου «Πόλεμος και Ειρήνη» στην παγκόσμια γραμματεία δεν συνιστά απλώς μια θεματική επιλογή, αλλά μια αγωνιώδη καταβύθιση στην οντολογική άβυσσο του ανθρώπου.Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
…
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.
…
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.
…
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατηφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντηλιού: ένας κόσμος χαμένος.Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο.Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ’ έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ’ τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.Θα αναπαυθώ εν ειρήνη μόνο όταν βρω
Τον ουρανό και τους αιθέρες ελεύθερους από τα λυπηρά βογγυτά των καταπιεσμένων.Εξαντλημένος από τις μάχες, θα αναπαυθώ εν ειρήνη
Εγώ, ο μεγάλος επαναστάτης. Θεωρούνε ταπεινόΝα μιλάς για το φαΐΟ λόγος; Έχουνε κι όλας φάειΧωρίς να’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπήςΚαι πού πηγαίνουνΕίναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοιΤο βουνό και την πλατειά τη θάλασσαΔεν τά’χουν ακόμα δειΌταν σημαίνει η ώρα τουςΓι’αυτό που είναι ταπεινόΠοτέ δεν θα υψωθούνΔεν δείχνει ακόμα την ημέραΌλοι οι μήνες, όλες οι ημέρεςΕίναι ανοιχτέςΚάποια απ’ αυτές θα σφραγιστείΜ’ έναν σταυρόΟι έμποροι φωνάζουν γι’αγορέςΟι άνεργοι πεινούσανΤώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονταιΚηρύχνουν τη λιτότηταΑυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματαΖητάνε θυσίεςΟι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένουςΓια τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουνΑυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσοΛες πως η τέχνη να κυβερνάς το λαόΕίναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαούΠόλεμος και ειρήνηΕίναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικάΌμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τουςΜοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλαΟ πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τουςκαθώς ο γιος από την μάναέχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικάο πόλεμός τους σκοτώνειό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τουςΜιλάνε για ειρήνηΟ απλός λαός ξέρειΠως έρχεται ο πόλεμοςΌταν αυτοί που είναι ψηλάΚαταριούνται τον πόλεμοΔιαταγές για επιστράτευσηΈχουν υπογραφείΘέλουνε πόλεμοΑυτός που το΄χε γράψειΈπεσε κι όλαςΝα ο δρόμος για τη δόξαΑυτοί που είναι χαμηλά λένεΝα ο δρόμος για το μνήμαΔεν είναι ο πρώτοςΠριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοιΌταν ετέλειωσε ο τελευταίοςΥπήρχαν νικητές και νικημένοιΣτους νικημένους ο φτωχός λαόςΠέθαινε απ’ την πείναΣτους νικητές ο φτωχός λαόςΠέθαινε το ίδιοΠολλοί δεν ξέρουνΠως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τουςΗ φωνή που διαταγές τους δίνειΕίναι του εχθρού τους η φωνήΕκείνος που για τον εχθρό μιλάειΕίναι ο ίδιος τους ο εχθρόςΤ’ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τουςΟι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανάΕίναι δυνατό μηχάνημαΘερίζει δάση ολόκληραΚι εκατοντάδες άνδρες αφανίζειΜόνο που έχει ένα ελάττωμα-χρειάζεται οδηγόΕίναι πολυδύναμοΠετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμοΚι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύΜόνο που έχει ένα ελάττωμα-χρειάζεται πιλότοΞέρει να πετάειΞέρει και να σκοτώνειΜόνο που έχει ένα ελάττωμα-ξέρει να σκέφτεταιαυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του,σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Mονάχα φως.O δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.Mαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέH ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Tα σκονισμένα σκοίνα.Tο μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.Όλοι διψάνε. Xρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό Tα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,μια βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τουςσαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τουςτο χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμόκ’ έχουνε τον καημό βαθιά-βαθιά στα μάτια τουςσαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γέόταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τουςόταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες καιπολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τουςο αγέρας έρριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείαςαπό τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατοςη γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλοπέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τουςη βροχή χτυπάει στα κόκκαλά τους.βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξετο σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινηκαι κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τουςγια τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.
Είναι τελικά οι Ιρανοί Πέρσες; Ο μύθος, η γεωγραφική σύγχυση και τι αποδεικνύει το DNA τους
