Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Αλίκη Στενού: «…ταυτόχρονα, ένθεος και απολύτως πεπερασμένος…»


© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
«Ο λόγος του Δημήτρη Δημητριάδη με εμπνέει∙ νιώθω ότι μου δίνει μια ώθηση αλλά και, ταυτόχρονα, μεγάλη ελευθερία για δημιουργία. Είναι ποιητικός, χειμαρρώδης και αγγίζει πανανθρώπινα θέματα με έναν σύγχρονο τρόπο, με βάθος και οξύτητα σκέψης. Δεν συναντώ εύκολα κείμενα που να τα συνδυάζουν όλα αυτά και, παράλληλα, θεματικά να με παρακινούν σε τέτοιο βαθμό. Τόσο το “Πεθαίνω σαν Χώρα” όσο και “η Μνήμη και η Λήθη” μιλούν για τον Άνθρωπο και την Ιστορία του, για την αρχή και το τέλος, τις ροπές, τους φόβους, τα όνειρα, τις αδυναμίες και τα πάθη του, με κριτική ματιά αλλά και βαθιά αγάπη. Και τα δύο έργα τον αποδέχονται τελικά ως σύνολο, με όλα τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν άνθρωπο, “με το φως όλο δικό του και δικό του όλο το σκοτάδι”».«Ο συνδυασμός διαφορετικών ειδών τέχνης –π.χ. θεάτρου, χορού και μουσικής – πάντα με έλκυε. Μπορεί να εμπλουτίσει μια σύνθεση, να ανοίξει τον διάλογο, να δώσει περισσότερα υλικά για δημιουργία. Η έννοια της σύνθεσης με συνοδεύει από τις σπουδές μου στην Αρχιτεκτονική και με έχει επηρεάσει βαθιά. Το ένα είδος φωτίζει το άλλο και όλα μαζί δημιουργούν έναν πολυεπίπεδο κόσμο όπου ο θεατής μπορεί να συνδεθεί με διαφορετικά στοιχεία. Επίσης, θεωρώ πως ο συνδυασμός τεχνών μπορεί να αγγίξει τον θεατή από διαφορετικές “εισόδους”. Δεν είδα ποτέ ξεκάθαρους διαχωρισμούς ανάμεσα στις τέχνες∙ πάντα πίστευα στη συγκρότηση ενός ενιαίου κόσμου με κάθε διαθέσιμο μέσο».«Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να διαμορφωθούν καθαρά κεφάλαια και να συντεθεί η παράσταση με ποικιλία χρωμάτων αλλά και σαφείς θεματικές. Δούλεψα αρκετά πάνω σε αυτό, το καλοκαίρι του 2024 στην Ισπανία, όπου η καλλιτεχνική πρόταση έγινε δεκτή για έρευνα και ανάπτυξη από το Can Bonamic Creation Centre, με την υποστήριξη της Δημιουργικής Ευρώπης και του Goethe-Institut. Ακολουθώντας εκεί τη συμβουλή της Neus Borrell και της Elena Tarrats Gómez, για κάθε ενότητα έβαζα μια μουσική αναφορά και στη συνέχεια, μέσα από σωματικούς αυτοσχεδιασμούς, “χόρευα” το κείμενο. Το σώμα πρότεινε ασυνείδητα πολλά∙ μέσα από τη μουσική οδηγούμουν σε συγκεκριμένες ποιότητες και κρυφά σημεία του κειμένου και ταυτόχρονα ανοίγονταν νέες οπτικές προσέγγισης των εντοπισμένων θεμάτων. Αυτός ο τρόπος βοήθησε τη δραματουργία. Γενικότερα, στη δόμηση ενός έργου, είτε αφορά τη σκηνοθεσία είτε τη δραματουργία, εμπιστεύομαι το συνδυασμό που προκύπτει από την αναλυτική σκέψη και την εμπειρία του σώματος, το οποίο μέσα στις πρόβες διαγράφει μια πιο ενστικτώδη πορεία, αποκαλύπτοντας κάποιες μυστικές ανάγκες του κειμένου».«Οι σχέσεις που άρχισαν να διαμορφώνονται πάνω στη σκηνή υπήρξαν καθοριστικές. Με την Αθηνά και την Αντωνία συχνά συμφωνούσαμε κάτι εκτός σκηνής, αλλά όταν ανεβαίναμε επάνω, αφηνόμασταν σε μια ζωντανή, δυναμική εξερεύνηση του υλικού και κατόπιν συζητούσαμε όσα είχαν προκύψει. Αυτοί οι κύκλοι συζητήσεων αποδείχθηκαν εξαιρετικά χρήσιμοι: μοιραζόμασταν σκέψεις, δυσκολίες, μεταβάσεις που απαιτούσαν περισσότερη οργανικότητα, εντοπίζοντας έτσι τα σημεία που χρειάζονταν μεγαλύτερη δουλειά. Πάντα πίστευα ότι η σκηνοθετική οδηγία πρέπει να είναι καθαρή, αλλά ταυτόχρονα να “κατοικείται” από τον ηθοποιό, να γίνεται δική του, να αποκτά για εκείνον ένα ιδιαίτερο νόημα. Έτσι, το προσωπικό νόημα που φέρει μια σκηνική δράση από τις συγκεκριμένες ηθοποιούς συμβάλλει καθοριστικά στο τελικό σχήμα της παράστασης. Αυτό είναι που συγκινεί και τον ίδιο τον ηθοποιό αλλά και τον θεατή: η προσωπική σύνδεση και η ενεργή εμπλοκή σε κάτι που τον αφορά».«Η παρουσία του τσέλου γεννήθηκε από το γεγονός ότι είναι το όργανο με τον κοντινότερο ήχο στην ανθρώπινη φωνή. Ήθελα να ακούγεται μια επιπλέον φωνή, σαν ανθρώπινη αλλά άλλη, η μουσική να είναι ο τέταρτος παρτενέρ. Έτσι, το τσέλο έμοιαζε το καταλληλότερο. Κι όταν, σε μια συζήτησή μου με τον Δημήτρη Δημητριάδη, άκουσα ότι είναι από τα αγαπημένα του όργανα, είπα: “Αυτό είναι· όλα συνωμοτούν ώστε να είναι παρόν αυτό το όργανο”. Κι έτσι μπήκε η Χαρά στην ομάδα μας και έφερε τη μελωδία.«Η μουσική έχει τη δύναμη να ενεργοποιεί μνήμες άμεσα· ακούς π.χ. μια νότα του τσέλου και σε πάει κάπου κατευθείαν. Η Χαρά, κατά τη διάρκεια των προβών όταν συνθέταμε τη μουσική, μου έκανε πλάκα γιατί συχνά τη σταματούσα και της έλεγα, όλο ενθουσιασμό: “αυτή, αυτή είναι η νότα από την οποία πρέπει να ξεκινήσουμε” και ήταν σχεδόν πάντα το Λα· “Αυτή είναι η νότα σου”, μου έλεγε, “είναι αυτή στην οποία αντιδράς πάντα”. Σκέφτηκα, τι περίεργο να μου είναι τόσο οικεία αυτή η νότα, σαν να μου θύμιζε κάτι γνώριμο, ενώ κάποια άλλη με πήγαινε σε έναν μετεωρισμό, κάποια άλλη μου δημιουργούσε αγωνία κ.λπ. Τα κρουστά, από την άλλη μεριά, με τον παλμό που δημιουργούν και τη δύναμή τους, ωθούν τα σώματα να ξεσηκωθούν, να χορέψουν, φέρνοντας μνήμες από γιορτές ή εξεγέρσεις, ενώ άλλες στιγμές ακούγονται μαλακά, σαν μακρινές πένθιμες καμπάνες, θυμίζοντας πιο εσωτερικές στιγμές, φέρνοντάς μας σε απευθείας αναμέτρηση με τον χρόνο και τη θνητότητά μας».«Η σκηνοθετική ματιά επηρεάζεται άμεσα από το περιβάλλον στο οποίο καλλιεργείται, από τον τόπο όπου πρωτογεννιέται μια δουλειά. Έτσι και στην Ισπανία, το καλοκαίρι του 2024, όταν άρχισε να δομείται το πρώτο σχέδιο της παράστασης, η φύση, οι άνθρωποι και το κτήριο που με φιλοξενούσε επηρέασαν έντονα την όλη πορεία. Τα ερεθίσματα ήταν πάρα πολλά: οι πέτρινοι τοίχοι, χτισμένοι το 1500, κουβαλούσαν ιστορία, τα ίχνη μιας εντελώς άλλης εποχής, η σιωπή της φύσης έξω, τα απέραντα λαγκάδια και οι βουνοκορφές, γεννούσαν μια αίσθηση ακινησίας, οι γύρω άνθρωποι με το ταλέντο και τη ζεστασιά τους, λειτουργούσαν ως έμπνευση. Ο χρόνος συχνά έμοιαζε να έχει σταματήσει· κλεινόμουν 3-4 ώρες, για μια πρόβα που έμοιαζε να διαρκεί μέρες.«Η αίσθηση του χρόνου. Αυτό άλλαξε. Στο Piccolo είχαμε έναν μήνα από την έναρξη των προβών μέχρι την πρεμιέρα, και όλα γίνονταν με τελείως άλλους ρυθμούς από αυτούς που είχα συνηθίσει. Και όταν ρωτούσα τους ηθοποιούς: “Δεν σας αγχώνει που έχουμε μόνο έναν μήνα προετοιμασίας;” εκείνοι μου απαντούσαν: “Όχι, καθόλου· συνήθως έχουμε μόνο 2–3 εβδομάδες, οπότε τώρα είμαστε καλά”. Έτσι, παρ’ όλο που προσωπικά πιστεύω στον χρόνο επώασης μιας δουλειάς -γιατί ο χρόνος επιτρέπει σε σκέψεις και συναισθήματα να ωριμάσουν και να βαθύνουν- έμαθα ότι όλα μπορούν να γίνουν στην ανάγκη και αρκετά συντομότερα. Ίσως έμαθα να φοβάμαι κάπως λιγότερο τον χρόνο».«Συχνά, για να λειτουργήσω ως σκηνοθέτις, χρειάζεται πρώτα να περάσω το κείμενο ως ηθοποιός, ώστε να καταλάβω τις ανάγκες του “από μέσα” -όχι μόνο εγκεφαλικά, αλλά και σωματικά, βιωματικά. Ωστόσο, όταν έρχεται η στιγμή της ακρίβειας, του συγκεκριμένου, αποστασιοποιούμαι· μου αρέσει να βγαίνω και να βλέπω τη σύνθεση “απ’ έξω”, να οξύνω την καθαρότητα των δράσεων, να καθοδηγώ τους ηθοποιούς όσο γίνεται “καρέ καρέ”, με συνεχή μπρος–πίσω, μέχρι όλα να λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένος μηχανισμός. Έπειτα, ξαναμπαίνω μέσα και προσπαθώ να δω τι μπορεί να αναδιαμορφωθεί με βάση τις σκηνικές μας σχέσεις, που από μόνες τους μας οδηγούν σε νέα, αχαρτογράφητα μονοπάτια -μονοπάτια που εξερευνούμε μαζί, επί σκηνής, με τους ηθοποιούς».«Μια αγάπη για τον άνθρωπο -για τον ίδιο αλλά και για τους γύρω του, για τον θεατή αλλά και για τον ερμηνευτή, που προσπαθεί να μοιραστεί κάτι με ειλικρίνεια. Μια ζεστασιά, ίσως, γιατί ο τρόπος με τον οποίο πλησιάζουμε το κείμενο είναι πολύ ανθρώπινος. Ο κάθε θεατής παίρνει μαζί του μια διαφορετική φράση που τον “χτυπάει”.«Τα “μεγάλα” έργα πάντα συνομιλούν με την εποχή τους, αλλά ταυτόχρονα την υπερβαίνουν. Και πιστεύω πως και αυτό το κείμενο διαθέτει τέτοιο μέγεθος. Μιλά για όλα όσα συνοδεύουν τον άνθρωπο από την απαρχή της ύπαρξής του μέχρι σήμερα: την αγωνία για το νόημα και την ελπίδα μιας σωτηρίας από κάπου αλλού· την τρέλα του πολέμου που γεννιέται από τη λαχτάρα για εξουσία· τη μανία να μείνει αλησμόνητος με κάθε κόστος· την ανάγκη να αναζητά το φως ενώ ταυτόχρονα φέρει μέσα του όλο το σκοτάδι.«Κάτι τέτοιο θα το θέλαμε πολύ. Έχει γίνει ήδη μια πρώτη επικοινωνία προς αυτή την κατεύθυνση και ο χρόνος θα δείξει».Σκηνοθεσία – Κίνηση – Σκηνικός χώρος: Αλίκη Στενού
Μουσική: Χαρά Γκρέκα (τσέλο), Νίκος Τουλιάτος (κρουστά)
Κοστούμια: Μαίρη Λημνιού
Σχεδιασμός φωτισμού: Θωμάς Οικονομάκος
Βοηθοί σκηνοθέτιδας: Αθηνά Μαρία Παυλή, Marie Walker
Φωτογραφίες / Trailer: Ιωάννης Κωνσταντινίδης
Φωτογραφίες παράστασης: Jagoda Czekała
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Παραγωγή: Non Linear A.M.K.E.Αντωνία Μαθιουλάκη, Αθηνά Μαρία Παυλή, Αλίκη Στενού
Μουσικοί επί σκηνής: Χαρά Γκρέκα (τσέλο), Νίκος Τουλιάτος (κρουστά)

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.naftemporiki.gr/culture/theater/2046223/aliki-stenoy-taytochrona-entheos-kai-apolytos-peperasmenos/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=aliki-stenoy-taytochrona-entheos-kai-apolytos-peperasmenos ανήκει στο Πολιτιστικά – Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .