Η Τζάκι Κένεντι Ωνάση τής ανέθεσε να φωτογραφίσει τις «κουρασμένες» αίθουσες των Βερσαλλιών. Η Νταϊάνα Βρίλαντ τής άνοιξε τις πόρτες του «Harper’s Bazaar» και της έδωσε χώρο να πειραματιστεί μέσα από τα editorials του κόσμου της μόδας. Οι Ρίτσαρντ Αβεντον και Μάρβιν Ισραελ, στα στούντιο των οποίων μαθήτευσε, υπήρξαν καθοριστικές επιρροές στα πρώτα της βήματα, όχι ως πρότυπα προς μίμηση αλλά ως αναφορές για τη διαμόρφωση μιας αντίστοιχα δυνατής, αλλά απόλυτα δικής της, διακριτής αισθητικής. Διεθνείς τίτλοι όπως η αμερικανική «Vogue» δημοσίευσαν εικόνες της που έμοιαζαν περισσότερο με θραύσματα μνήμης ή κινηματογραφικά καρέ παρά με συμβατική φωτογραφία μόδας.
Οι χώροι όπου έζησε και εργάστηκε αντικατόπτριζαν αυτή της τη στάση. Διαμερίσματα στο Παρίσι και στη Νέα Υόρκη, συχνά σχεδόν ρημαγμένα, με ξεφλουδισμένους τοίχους, σκισμένες κουρτίνες και θαμπωμένους καθρέφτες, μετατρέπονταν σε φυσικά σκηνικά του έργου της. Η φθορά δεν αποτελούσε για την ίδια απλώς αισθητική επιλογή, αλλά τρόπο σκέψης: μια επιμονή στο παρελθόν που συνέχιζε να αναπνέει μέσα στο παρόν. Αυτή η ατμόσφαιρα κορυφώθηκε σε projects όπως το «Unseen Versailles» (1981), που προέκυψε έπειτα από ανάθεση και μεσολάβηση της φίλης και θαυμάστριας του έργου της Τζάκι Κένεντι Ωνάση, η οποία εκείνη την εποχή εργαζόταν για τον εκδοτικό οίκο Doubleday στη Νέα Υόρκη. Αντί για τη γνωστή λάμψη των γαλλικών ανακτόρων, η Τέρμπεβιλ έστρεψε τον φακό της σε σχεδόν άδεια δωμάτια με ξεθωριασμένες υφές και σιωπηλές επιφάνειες, αποκαλύπτοντας ένα κτίριο-φάντασμα (το παλάτι είχε λίγο νωρίτερα ανακηρυχθεί σε μνημείο της UNESCO και σε μεγάλο μέρος του διεξάγονταν εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης). Η δουλειά αυτή συμπύκνωνε στον ύψιστο βαθμό τη σταθερή εμμονή της με την ομορφιά της φθοράς και τη μνήμη των χώρων που έχουν πάψει να ζουν, αλλά εξακολουθούν να αφηγούνται ιστορίες. Η ζωή της τελικά αντανακλούσε τις ίδιες θεματικές που διέτρεχαν το έργο της. Η συνεχής κίνηση ανάμεσα στην επιτυχία και την απόσταση, ανάμεσα στην ένταξη και την απομόνωση, δημιούργησε μια διαδρομή που δεν υπάκουσε ποτέ σε μια γραμμική αφήγηση. Η αισθητική αυτή της αμφισημίας διαπέρασε ολόκληρο το είναι της. Κάθε εικόνα της μοιάζει να ανήκει σε μια ιστορία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, σαν αποσπασματικό κεφάλαιο ενός μεγαλύτερου αφηγηματικού σώματος που ξαναγράφεται κάθε φορά που το «διαβάζουν» νέα μάτια.
INFO
«Photocollage»: Moderna Museet, Μάλµε, Σουηδία, από τις 2 Μαΐου έως τις 27 Σεπτεµβρίου.


