Το μικρό της όνομα, στα ισπανικά, σημαίνει «ζούγκλα
Selva Almada, Οι πλινθοποιοί. Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου. Εκδόσεις Κλειδάριθμος, 2026, σελ. 216, τιμή 14,40 ευρώ.
Πλην όμως, «όταν η λογοτεχνία γίνεται απροκάλυπτα διδακτική ή προπαγανδιστική, ο συγγραφέας παύει να εμπιστεύεται τον αναγνώστη και την ίδια την ιστορία. Αν και δηλωμένη φεμινίστρια, δεν γράφω απλώς για να τονίσω τις συνέπειες της πατριαρχίας. Με ενδιαφέρει η πολυπλοκότητα της βίας και των χαρακτήρων. Η έφηβη, για παράδειγμα, που ακούει ότι μια κοπέλα, λίγο μεγαλύτερή της, βρέθηκε μαχαιρωμένη στο κρεβάτι της, και φοβάται ότι το σπίτι της, το σπίτι οποιασδήποτε έφηβης, μπορεί και να μην είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο. Με ενδιαφέρει πολύ, εξίσου, η βία του καπιταλισμού».
Η Αλμάδα φτιάχνει τα μαλλιά της, ανακάθεται στην καρέκλα της και συνεχίζει. «Υπάρχει μια παράδοση στη χώρα μου, η λεγόμενη “λογοτεχνία της δικτατορίας”, πολύ σημαντική και αρκετά γνωστή διεθνώς. Εγώ δεν έχω επισκεφθεί αυτό το πεδίο, εκτός ίσως από κάποιο διήγημα. Οι ιστορίες μου διαδραματίζονται στη δεκαετία του ’90, που ήταν επίσης, από πολιτική και κοινωνική άποψη, μια πολύ δύσκολη περίοδος, η οποία σηματοδότησε ένα “πριν” και ένα “μετά” στην Αργεντινή της μεταπολίτευσης. Είναι η εποχή του νεοφιλελευθερισμού, η εποχή που ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μένει χωρίς δουλειά και περιθωριοποιείται.
Υπό αυτή την έννοια, τα βιβλία μου είναι πολιτικά, για μια άλλη εποχή, πιο πρόσφατη, επειδή αφορούν χαρακτήρες που είναι άνθρωποι της εργατικής τάξης, απελπισμένοι, εκτός συστήματος, δίχως προοπτική. Στους “Πλινθοποιούς” μιλάω για όσους ασχολούνται με την κατασκευή τούβλων, κάτι που στην Αργεντινή το κάνουν πολύ φτωχοί άνθρωποι, οι οποίοι ζουν σε επισφαλείς συνθήκες. Λοιπόν, επικεντρώνομαι σε αυτούς τους χαρακτήρες και πιστεύω ότι έτσι αφηγούμαι μια πλευρά της χώρας μου, μια πλευρά της ιστορίας της και το πώς όλο αυτό, μολονότι συντελέστηκε στη δεκαετία του ’90, εξακολούθησε να έχει αντίκτυπο στη μετέπειτα συλλογική μας πορεία. Μάλιστα, ο σημερινός πρόεδρος, ο Χαβιέρ Μιλέι, υπερασπίζεται εκείνη τη δεκαετία και την κυβέρνηση του Κάρλος Μένεμ και, τρόπον τινά, την αναπαράγει».
Αδιανόητος κι όμως τόσο αληθινός, δυσοίωνα απτός ο Μιλέι, σχολιάζω. «Τη δεδομένη στιγμή βρισκόμαστε σε δεινή θέση στην Αργεντινή. Αυτή η ακροδεξιά κυβέρνηση είναι πολύ επιθετική προς τον φεμινισμό, την Αριστερά, τον προοδευτισμό εν γένει. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε υποχωρήσει λίγο. Οι φεμινίστριες έχουμε αναδιπλωθεί κάπως. Δεν είμαστε συνέχεια στον δρόμο, να φωνάζουμε, να διεκδικούμε. Ελπίζω να τελειώσει σύντομα αυτή η κυβέρνηση και τα πράγματα να επιστρέψουν σε εκείνον τον ελπιδοφόρο αναβρασμό. Γιατί ο φεμινισμός στη Λατινική Αμερική υπήρξε ίσως το πιο κρίσιμο κίνημα των τελευταίων χρόνων».
Η πραγματική δύναμη της λογοτεχνίας
Η κουβέντα με τη Σέλβα Αλμάδα είναι μακρά και απολαυστική. Συζητάμε επιπροσθέτως για τις βορειοαμερικανικές, αγγλόφωνες επιρροές στο έργο της, τους συγγραφείς του Νότου των Ηνωμένων Πολιτειών (τον Γουίλιαμ Φόκνερ και τη Φλάνερι Ο’ Κόνορ, την Κάρσον Μακ Κάλερς και τον Ερσκιν Κάλντγουελ), την αισθητική του southern gothic, όπου το γκροτέσκο της ζωής, η σκοτεινιά της ύπαρξης και η σκληρότητα της πραγματικότητας διυλίζονται μέσα από μια γλώσσα στιβαρή και περίτεχνη.
«Οταν γράφω, έχω στο μυαλό μου έναν συγκεκριμένο τύπο αναγνώστη, αναγνώστριας για την ακρίβεια, εμένα. Κι εμένα μου αρέσει να βρίσκω τα πάντα στη λογοτεχνία. Μια δυνατή πλοκή αλλά και την ομορφιά της γλώσσας, μια καλοδουλεμένη αφήγηση συνολικά. Δεν ξέρω τι μπορεί να κάνει στους άλλους η λογοτεχνία. Ξέρω όμως τι έκανε σε μένα. Με έβγαλε από την άγνοια και την απομόνωση της ενδοχώρας και με έμαθε να σκέφτομαι πέρα από τα όσα έβλεπα γύρω μου. Η λογοτεχνία με έμαθε πώς να αντέχω ένα ασφυκτικό περιβάλλον και με βοήθησε γιατί ήξερα ότι θα φύγω από κει. Οπως δέκα χρόνια αργότερα, μπροστά στο ποτάμι, άνοιξε και σε μένα την ίδια το μονοπάτι της γραφής. Σε ό,τι κι αν γράφω, μου αρέσει να πιάνουν οι αναγνώστες τη ζωντάνια της γλώσσας, ακόμα και τα λάθη της, τα κενά της.
Δεν μου αρέσει η γλώσσα να είναι επίπεδη, καθωσπρέπει, άσπιλη… Πιστεύω σε μια προφορικότητα που συνυφαίνεται με το σμίλεμα των χαρακτήρων, το στήσιμο των σκηνών και αναμετράται με τα μεγάλα θέματα, τα διαχρονικά και οικουμενικά θέματα. Ολα αυτά μπορούν να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των αναγνωστών, όπου κι αν βρίσκονται. Ας πούμε, με διαβάζουν πολλοί στο Μπουένος Αϊρες και έχουν κάμποσες άγνωστες ή ακατανόητες λέξεις. Γιατί οι ιστορίες μου είναι γεμάτες τοπικισμούς και προσμείξεις και στοιχεία από τη γλώσσα γουαρανί. Στην περιοχή όπου μεγάλωσα οι ιθαγενείς είχαν ονομάσει τα δέντρα και τα πουλιά, κι αυτές οι ονομασίες διατηρούνται ακόμα. Και λίγο πιο βόρεια, στην Παραγουάη, τα γουαρανί μιλιούνται ακόμα. Υπάρχει μια φράση του Τολστόι: “Ζωγράφισε τον κήπο σου και θα ζωγραφίσεις τον κόσμο”. Σαν να μας λέει δηλαδή: αν δεν ζωγραφίσεις τον κήπο σου, δεν μπορείς να ζωγραφίσεις τον κόσμο».
Η αναγνώστρια Σέλβα και η συγγραφέας Αλμάδα
Για την Αλμάδα η ανάγνωση και το γράψιμο είναι δραστηριότητες αλληλένδετες και, στις μέρες μας ειδικότερα, προσλαμβάνουν μια ζωτική διάσταση.
«Ακριβώς σε τέτοιες ακραίες ιστορικές στιγμές, παντού στον πλανήτη, με πολέμους που εξελίσσονται, με την Ακροδεξιά και τη Δεξιά να προελαύνουν, με την αντιδραστική σκέψη να κυριαρχεί, για μένα το να συνεχίζω να γράφω και να διαβάζω είναι πράξεις. Και μάλιστα πράξεις εξέγερσης και αντίστασης. Κατάγομαι από ένα πολύ μικρό, πολύ συντηρητικό μέρος, και αν δεν ήταν η λογοτεχνία, θα είχα μείνει εκεί κάνοντας αυτό που έπρεπε να κάνω, ό,τι έκαναν όλες οι γυναίκες. Η λογοτεχνία είναι αυτή που μου άνοιξε τις πύλες του κόσμου, και για την αναγνώστρια Σέλβα και για τη συγγραφέα Αλμάδα. Δεν θα είχα βρεθεί ποτέ εδώ στην Ελλάδα, σίγουρα, αν δεν είχα γράψει τα βιβλία μου. Ωστόσο, νομίζω πως δεν είναι μόνο αυτό. Η λογοτεχνία σε κάνει να σκέφτεσαι, να αναρωτιέσαι και να αμφισβητείς. Να φαντάζεσαι και να ονειρεύεσαι. Για αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να διαβάζουμε».
*Ο συντάκτης ευχαριστεί θερμά την κυρία Αγγελική Βασιλάκου, μεταφράστρια της συγγραφέως, για την ουσιαστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.


