Skip to content

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή, κάπου γύρω στα σαράντα, που η όραση δεν αδυνατίζει, αλλά γίνεται τρομακτικά καθαρή. Είναι η στιγμή που το πέπλο της νιότης σκίζεται και πίσω του δεν αποκαλύπτεται ο παράδεισος που μας έταξαν, αλλά η ωμή, παγωμένη αλήθεια της ύπαρξης.

Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ δεν είναι ο φιλόσοφος της παρηγοριάς, αλλά ο ανατόμος της παραίτησης. Στην «Τέχνη να επιβιώνεις», μας παραδίδει ένα κείμενο που μοιάζει με διαθήκη και μανιφέστο μαζί. Για τον Σοπενχάουερ, η ζωή είναι μια παράσταση όπου τα πρώτα σαράντα χρόνια γράφουν το κείμενο και τα επόμενα τριάντα προσθέτουν τα σχόλια εκείνες τις πικρές υποσημειώσεις που μας εξηγούν επιτέλους τι διαβάζαμε τόσο καιρό χωρίς να καταλαβαίνουμε.

Εδώ, ο μισανθρωπισμός δεν είναι κακία, αλλά η πνευματική αυτοάμυνα του προικισμένου ανθρώπου. Είναι η συνειδητοποίηση πως η μοναξιά δεν είναι έλλειψη παρέας, αλλά η ύψιστη μορφή ελευθερίας από το «θλιβερό πλήθος». Καθώς ο χρόνος μας σέρνει προς το ικρίωμα, οι μάσκες πέφτουν, ο δαίμονας της επιθυμίας σβήνει και μένουμε εμείς: κούκλες που παίζουν τους ρόλους τους σε μια κωμωδία που τελειώνει, απαλλαγμένοι πια από τα δεσμά, αλλά και από την ίδια την ουσία.

Περί Αγάπης: 28 σοφοί στοχασμοί για το ουσιαστικότερο υπαρξιακό βίωμα

Άρθουρ Σοπενχάουερ – Η τέχνη να επιβιώνεις (εκδόσεις Γνώση)

Κάθε προικισμένος άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει στα θλιβερά 5/6 της ανθρωπότητας που είναι εκ φύσεως μειονεκτικά, όταν περάσει τα σαράντα είναι δύσκολο να μη δείξει κάποια στοιχεία μισανθρωπισμού.

Γιατί κρίνοντας απ’ τον εαυτό του, έχει καταλήξει στα συμπεράσματά του σχετικά με τους άλλους κι έχει ανα­καλύψει πως σε ό,τι αφορά το κεφάλι αλλά και την καρ­διά, πολλές φορές μάλιστα και τα δύο, έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο που οι άλλοι αδυνατούν να φτάσουν, γι’ αυτό και αποφεύγει την οποιαδήποτε σχέση μαζί τους.

Για τον ίδιο λόγο, ο καθένας αγαπάει ή μισεί τη μοναξιά του, με άλλα λόγια την παρέα με τον εαυτό του, ανάλογα με το πόσο αξίζει ο ίδιος.

Όταν είμαστε νέοι, ό,τι και να μας λένε οι άλλοι, θεωρούμε πως η ζωή είναι ατέλειωτη και χρησιμοποιούμε τον χρόνο μας απερίσκεπτα -όσο μεγαλώνουμε όμως, αρχίζουμε να κάνουμε οικονομία. Γιατί προς τα τέλη της ζωής μας, κάθε μέρα που ζούμε μας προκαλεί μια αίσθηση που μοιάζει μ’ αυτήν που έχει σε κάθε του βήμα ο εγκληματίας, όταν τον πάνε στο ικρίωμα.

Όσο περισσότερο ζούμε, τόσο λιγότερα γεγονότα μάς φαίνονται σημαντικά, ή αρκετά σπουδαία, για να θέλουμε να τα θυμόμαστε αργότερα, να τα κρατήσουμε δηλαδή σταθερά στη μνήμη μας: γι’ αυτό και μόλις περάσουν, τα ξεχνάμε. Περνάει λοιπόν ο χρόνος έτσι, χωρίς ν’ αφήνει ίχνη.

Όσο μεγαλώνουμε, ζούμε με όλο και λιγότερη συνείδηση. Τα πράγματα έρχονται και παρέρχονται χωρίς να μας κάνουν εντύπωση· σαν ένα έργο τέχνης που το έχουμε δει χιλιάδες φορές: κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε και μετά δεν ξέρουμε αν το έχουμε κάνει ή όχι. Και καθώς η ζωή γίνεται όλο και πιο ασυναίσθητη, επιταχύνεται και η γενικότερη ασυνειδησία, οπότε η ζωή περνάει όλο και πιο γρήγορα.

Γενικά μπορεί κανείς να πει ότι τα πρώτα σαράντα χρό­νια της ζωής μάς δίνουν το κείμενο, τα επόμενα τριάντα τα σχόλια πάνω στο κείμενο, τα οποία μας επιτρέπουν να καταλάβουμε για πρώτη φορά σωστά το νόημα, τις ανα­φορές, τα ηθικά διδάγματα και τις λεπτές έννοιες του κει­μένου.

Προς τα τέλη της ζωής, συμβαίνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που γίνεται στο τέλος ενός χορού μεταμφιεσμένων: πέφτουν οι μάσκες. Τότε βλέπεις καθαρά ποιους ακρι­βώς είχες συναναστραφεί στη διάρκεια της ζωής σου. Γιατί τότε βγαίνουν οι χαρακτήρες των ανθρώπων πραγ­ματικά στο φως, οι πράξεις έχουν επιτέλους καρποφορή­σει, τα επιτεύγματα έχουν σωστά εκτιμηθεί και καθετί το ψεύτικο έχει γκρεμιστεί.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι γενικά, και ανεξάρτητα από τις επιμέρους συνθήκες και τις ιδιαιτερότητες, η νιότη χαρακτηρίζεται από μια κάποια μελαγχολία και θλίψη, ενώ τα γηρατειά αντίθετα χαρακτηρίζονται από μια σχε­τική ευθυμία: και ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι άλλος απ’ το γεγονός ότι ο νέος υπηρετεί δουλικά τον δαίμονα εκείνο, που δεν τον αφήνει ούτε στιγμή ήσυχο.

Στο ίδιο αίτιο μπορεί να αποδοθεί σχεδόν κάθε δυστυχία που καταδυνα­στεύει ή απειλεί τον άνθρωπο. Ο ηλικιωμένος όμως είναι χαρούμενος και γαλήνιος, μοιάζει με κάποιον που μετά από πολλά χρόνια έχει απαλλαγεί από τα δεσμά του και κινείται πια ελεύθερα.

Από την άλλη μεριά ωστόσο πρέ­πει να ειπωθεί ότι, όταν σβήνει το σεξουαλικό ένστικτο, χάνεται ο πραγματικός πυρήνας της ζωής, και το μόνο που μένει είναι το κέλυφος· η ζωή δηλαδή μοιάζει με μια κωμωδία, που ξεκινάει με κανονικούς ηθοποιούς και μετά συνεχίζει να παίζεται μέχρι το τέλος από κούκλες που έχουν φορέσει τα ρούχα των ανθρώπων.

Ο Μπέκετ είχε δίκιο: 14 αποφθέγματα που θα σε βάλουν σε σκέψεις

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lavart.gr/%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%B1-40-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%B3%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CF%83%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CF%80%CE%BB/ ανήκει στο Λογοτεχνία – Ποίηση – Lavart .