Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ζαν-Πιερ Ντραπιέ: «Συχνά παραγνωρίζεται το τι είναι ένα παιδί»

Πώς μπορεί ένα παιδί να εκφράσει τις δυσκολίες και τις επιθυμίες του και πώς διαμορφώνει τη θέση του απέναντι στους άλλους; Σε αυτό το πολυεπίπεδο ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει ο Ζαν-Πιερ Ντραπιέ, παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής, μέλος της Σχολής Ψυχανάλυσης των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου (IF EPFCL), μέσα από το βιβλίο του με τίτλο «Η κλινική του παιδιού» (σε μετάφραση της κλινικής ψυχολόγου Σοφίας Παπανικολάου), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νίκας σε συνεργασία με το Φόρουμ της Αθήνας, μέλος της Διεθνούς των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου.

Με ποιον τρόπο οι σύγχρονες κοινωνίες και τα εκπαιδευτικά πλαίσια επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί ή ένας έφηβος θα διαγνωστεί με ΔΕΠΥ;

Διαπιστώνουμε να πολλαπλασιάζονται οι διαγνώσεις: διότι, πρώτον, συχνά παραγνωρίζεται το τι είναι ένα παιδί (κάθε ανησυχία ή ονειροπόληση δεν είναι παθολογική) και, δεύτερον, λησμονείται ότι το άγχος στο παιδί, είτε είναι ψυχωτικής είτε νευρωτικής είτε αντιδραστικής προέλευσης, εκδηλώνεται συχνά ως διέγερση, αναστάτωση, ή/και ως φυγή στη φαντασία.

Στις αντιδραστικές αιτίες μπορούμε να εντάξουμε τόσο τις αντιφάσεις των απαιτήσεων (π.χ. να ξέρει να διαβάζει ή να μιλά αγγλικά ήδη από το νηπιαγωγείο, αλλά να εισάγεται στο Γυμνάσιο απλώς λόγω ηλικίας) όσο και τη ματαίωση που συνδέεται με αυτό που ο Λακάν ονόμασε Καπιταλιστικό Λόγο: όλο και περισσότερα αντικείμενα, των οποίων η απαξίωση και η τεχνητότητα γεννούν μια νέα αναζήτηση αντικειμένων· μια αδιάκοπη πρόσβαση σε μια περίσσεια απόλαυσης που δεν ικανοποιείται ποτέ.

Τέλος, η σύζευξη του Καπιταλιστικού Λόγου με τον Λόγο της Επιστήμης ανοίγει νέες δυνατότητες σε όλα τα επίπεδα: στην αναπαραγωγή, στην επιλογή φύλου, στην εργασία κ.λπ., θέτοντας υπό αμφισβήτηση θεμέλια ταυτότητας παγιωμένα επί αιώνες και ωθώντας τα υποκείμενα να καταφεύγουν σε εξίσου αναγωγιστικές ταυτότητες. Καθίσταται πλέον δύσκολο να υπάρξει κανείς χωρίς να ορίζεται – ή να αυτοπροσδιορίζεται – μέσω ενός ταυτοτικού γνωρίσματος που τον υπάγει σε έναν νέο κανόνα, όπως π.χ. η νόρμα LGBTQI+, μια εθνοτική ή έστω γεωγραφική καταγωγή, μια κοινοτική ένταξη κ.λπ.

Ολα συμβαίνουν σαν αυτά τα επιμέρους γνωρίσματα να λειτουργούν ως νέες τυποποιημένες ρυθμίσεις ‒ για να χρησιμοποιήσω μια εύστοχη έκφραση της Κολέτ Σολέρ. Το υποκείμενο κατατάσσεται σε μια ιδιαιτερότητα, δηλαδή σε ένα γνώρισμα που μοιράζεται με άλλους, την κοινότητά του – τρανς, ανορεξικός, υπερκινητικός, μουσουλμάνος, δυσ-οτιδήποτε, Χούτου, Σέρβος, Γάλλος κ.ο.κ.

Στην εποχή μας, αυτές οι κοινότητες συγκροτούνται στο Διαδίκτυο και καθίστανται κανονιστικές και προσηλυτιστικές, απαιτώντας από όσους εντάσσονται σε αυτές να συμμορφώνονται με τους κανόνες τους. Οταν το υποκείμενο δεν ξέρει πού να σταθεί ή στέκεται σε μια υπερβολικά στενή βάση, αναπτύσσει συμπτώματα που δεν του επιτρέπουν να μετακινηθεί από τη θέση του.

Οι αυτοτραυματισμοί στους εφήβους φαίνεται επίσης να αυξάνονται και συχνά ερμηνεύονται ως ένδειξη κρίσης ή ψυχικής έντασης. Πώς προσεγγίζετε ψυχαναλυτικά αυτά τα φαινόμενα;

Η αύξηση είναι αναμφισβήτητη και δείχνει ότι ακόμη και μια συμπτωματική, κατ’ εξοχήν υποκειμενική εκδήλωση καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από ό,τι κυκλοφορεί στο κοινωνικό πεδίο. Ας θυμηθούμε τις μεταδοτικές “επιδημίες” υστερίας και επιληψίας στη Γαλλία του 17ου αιώνα: η επιλογή του συμπτώματος γίνεται μέσα από το ρεπερτόριο της επικαιρότητας.

Σε επίπεδο νοήματος, ένα πρώτο επίπεδο απάντησης δίνεται από τα ίδια τα υποκείμενα – συχνότερα, νεαρά κορίτσια ‒ που εξηγούν πώς αυτό τις ανακουφίζει, πώς ο σωματικός πόνος, εντοπισμένος και επιλεγμένος, τις ελαφρύνει από τον πιο διάχυτο και επιβαλλόμενο εσωτερικό, υπαρξιακό πόνο. “Μου έκανε καλό” λένε. Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο επίπεδο επίδειξης, ακόμη και έκθεσης, που είναι ένας τρόπος να πουν: “Δες πόσο άσχημα είμαι”.

Ο κίνδυνος έγκειται στην απόλαυση που μπορεί να αντλήσει το υποκείμενο από τον πόνο και από την επίδειξή του. Και καθώς η απόλαυση συνδέεται με την επανάληψη, δεν πρόκειται για μηχανική επανάληψη της ίδιας πράξης, αλλά για επανάληψη που αποσκοπεί στην επανάκτηση της ίδιας απόλαυσης, πράγμα που συνεπάγεται κλιμάκωση της διέγερσης, για παράδειγμα μέσω των αυτοτραυματισμών. Η δυνατότητα λόγου, το να μιλήσεις για όλα αυτά, μπορεί να διακόψει αυτό το “βραχυκύκλωμα”.

Στη σύγχρονη ψυχιατρική αποδίδεται μεγάλη σημασία στις νευροεπιστήμες και στους βιολογικούς μηχανισμούς για την ερμηνεία της ΔΕΠΥ ή της ψυχικής οδύνης. Πώς μπορεί αυτή η προσέγγιση να περιορίσει ή να επηρεάσει την κατανόηση των ψυχικών εμπειριών;

Ναι, η σύγχρονη ψυχιατρική επιθυμεί να είναι, όπως και η υπόλοιπη ιατρική, μια Τεκμηριωμένη Ιατρική (σ.σ.: Evidence-Based Medicine). Στο πεδίο μας όμως πρόκειται, στην καλύτερη περίπτωση, για ευσεβή πόθο και, στη χειρότερη, για διανοητική απάτη.

Η Τεκμηριωμένη Ιατρική βασίζεται κυρίως στην ύπαρξη βιολογικών δεικτών, ενώ εδώ και δεκαετίες βλέπουμε επανειλημμένες αποτυχίες. Μόνο οι δημοσιογράφοι βάζουν πηχυαίους τίτλους, χωρίς όμως να κάνουν το ίδιο όταν έρχεται η ώρα της διάψευσης. Η περίπτωση των αυτισμών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του αδιεξόδου.

Επιπλέον, η ύπαρξη μιας οργανικής, μεταβολικής, γενετικής δυσλειτουργίας ‒ εν γένει, οτιδήποτε αφορά την οργανογένεση ‒ δεν αποκλείει ότι πίσω από αυτή υπάρχει ένα υποκείμενο που υποφέρει, με ένταση που ποικίλλει ανάλογα με τις σημαίνουσες συντεταγμένες του και με τη σημασία που αποδίδει σε ό,τι του συμβαίνει. Το να περιοριζόμαστε στη δυσλειτουργία της μηχανής σημαίνει ότι παραβλέπουμε την ανθρώπινη εμπειρία, ενώ το “λέγειν” (le dire) επιτρέπει να προσεγγίσουμε το κενό που διακυβεύεται.

Πώς μπορεί η ψυχανάλυση να στηρίξει γονείς και εκπαιδευτικούς στην κατανόηση των παιδιών και των εφήβων, πέρα από τις διαγνώσεις και τις στατιστικές; Ποια είναι τα οφέλη της ψυχαναλυτικής προσέγγισης στην καθημερινή ζωή του παιδιού;

Κατ’ αρχάς, πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν είναι το ίδιο το παιδί που διατυπώνει άμεσα το αίτημα να συμβουλευθεί έναν ψυχαναλυτή ή ακόμα και έναν ψυχολόγο ή ψυχίατρο. Αυτό που δεχόμαστε πρώτα είναι αυτό που θα ονόμαζα μια δυάδα, αποτελούμενη από ένα παιδί αρθρωμένο με έναν Αλλον – γονέα, κοινωνικό λειτουργό, εκπαιδευτικό κ.λπ.

Η διατύπωση του αιτήματος του παιδιού περνά, επομένως, μέσα από την ακρόαση και την κατανόηση του αιτήματος του Αλλου. Αυτό δεν πρέπει να υποκαθιστά το αίτημα του παιδιού, αλλά να ακούγεται ως τέτοιο. Αυτό έχει ένα αποτέλεσμα διαχωρισμού και ανακούφισης και για τις δύο πλευρές της δυάδας.

Σήμερα γίνεται πολύς λόγος για το ότι η ψυχανάλυση “ενοχοποιεί” τους γονείς, ιδίως τις μητέρες· ωστόσο, κάθε κλινικός που δέχεται τους γονείς ενός παιδιού με ψυχικές δυσκολίες δεν μπορεί παρά να εντυπωσιαστεί από την ενοχή που εκφράζεται από τη γονεϊκή πλευρά: “Τι έκανα λάθος; Τι δεν κατάφερα;”. Εμείς συμβάλλουμε μάλλον στην ανακούφιση αυτής της ενοχής, μεταξύ άλλων βοηθώντας τους να διακρίνουν την ενοχή από την ευθύνη.

Για το παιδί, αλλά και για τον εκπαιδευτικό ή τον γονέα, η ανάδυση μιας γνώσης για τον τρόπο λειτουργίας του ‒ ή και τις δυσλειτουργίες του ‒ του επιτρέπει να αντιμετωπίζει καλύτερα αυτό που είναι και, κατ’ επέκταση, να βελτιώσει τη σχέση του: είτε με το παιδί του είτε με τους γονείς του είτε με το κοινωνικό του περιβάλλον είτε, ειδικότερα για το παιδί, με το σχολικό περιβάλλον. Θα έλεγα ότι, αντί να αποτελεί επιβάρυνση, αυτή η προσφορά λόγου, η δυνατότητα έκφρασης, συνιστά μάλλον μια ευκαιρία ανακούφισης.

Στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, πώς μπορεί η ψυχανάλυση να συμβάλει στην κατανόηση της διαμόρφωσης της ταυτότητας, των σχέσεων με τους άλλους και της ψυχικής ανθεκτικότητας;

Επιτρέψτε μου να ασκήσω κριτική στον όρο “ψυχική ανθεκτικότητα”. Αν με αυτόν τον όρο εννοούμε μια επιστροφή σε μια προγενέστερη κατάσταση, μια μορφή ίασης, τότε δεν πρόκειται για αυτό που προτείνει η ψυχανάλυση.

Η ψυχανάλυση μπορεί να προσφέρει ένα κέρδος γνώσης πάνω σε μια γνώση ήδη παρούσα αλλά ασυνείδητη, μπορεί να προσφέρει έναν ορισμένο βαθμό ελευθερίας απέναντι στην αλλοτρίωση από τα πρωταρχικά σημαίνοντα, έναν τρόπο να τα βγάζει κανείς πέρα με το σύμπτωμά του και τον τρόπο με τον οποίο είναι διαμορφωμένος. Ομως, σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για μια θεραπεία με την έννοια της επιστροφής σε μια προγενέστερη, φαντασιακά ευτυχισμένη κατάσταση.

Το πλεονέκτημα της ψυχανάλυσης έναντι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των ψηφιακών τεχνολογιών έγκειται στο ότι η πρότασή της για ανάληψη λόγου στηρίζεται στην εγκαθίδρυση ενός υποκειμένου που υποτίθεται ότι γνωρίζει, σε μια μεταβιβαστική σχέση μέσω της ανάδειξης ενός άλλου αντικειμένου-αιτίου της επιθυμίας.

Η εμπειρία αυτή είναι κάθε φορά μοναδική, πολύ μακριά από την αποβλακωτική ομοιομορφία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Είμαστε σώματα που μιλούν και το να μιλάς σε ένα άλλο σώμα είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το να μιλάς σε μια μηχανή.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/vimagazino/zan-pier-ntrapie-crsyxna-paragnorizetai-lfto-ti-einai-ena-paidi/ ανήκει στο βιβλίο – ΤΟ ΒΗΜΑ .