Παράλληλες ιστορίες Σύριων προσφύγων, οι οποίοι αναζητώντας την ελπίδα ενός ασφαλούς μέλλοντος στην Ευρώπη οφείλουν να ξεπεράσουν τα κάθε λογής εμπόδια, από σκληρούς καθεστωτικούς έως απάνθρωπους διακινητές.
Το σύντομο απόσπασμα από το έργο της ελισαβετιανής εποχής «Sir Thomas More», που αποδίδεται στον Σαίξπηρ και με το οποίο ξεκινά η ταινία, λειτουργεί ως ταύτιση συμπόνιας ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές χρονικές περιόδους, θέλοντας να υπογραμμίσει πως η ανθρωπιά δεν γνωρίζει εποχές. Η προτροπή του Άγγλου θεατρικού συγγραφέα προς τον εξαγριωμένο λονδρέζικο όχλο, να βάλει τον εαυτό του στη θέση των ξένων «με τα μωρά στις πλάτες και τις φτωχές αποσκευές», σαφώς και διακρίνεται για την εύστοχη διαχρονικότητά της. Στέκει επίσης ως εξαιρετικά εύγλωττη και λακωνική, περνώντας μέσα σε λίγες μόνο αράδες το μήνυμά της. Σε αντίθεση με τις αλά… «Pulp Fiction» (1994) πέντε πράξεις του «I Was a Stranger», που μπερδεύουν την συριακή προσφυγική κρίση με ηρωισμούς κατάλληλους για action movie, πασχίζοντας να δώσουν μια διαφορετική οπτική σε μια χιλιοειπωμένη, όσο και αναλλοίωτη ιστορία.
Χωρισμένο σε κεφάλαια, το καθένα εκ των οποίων φέρει ως τίτλο τον βασικό του χαρακτήρα, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Μπραντ Άντερσεν συστήνει σταδιακά τον «Γιατρό», τον «Ποιητή» και ούτω καθεξής, θέτοντας την κάθε επιμέρους ιστορία υπό διαφορετική οπτική, όπως και υπό τη βεβαιότητα πως σε κάποιο σημείο (στην τελική πράξη, δηλαδή…) όλες τους θα ενωθούν σε μία. Η υπό χολιγουντιανής λογικής σπονδυλωτή δομή του φιλμ δημιουργεί αρχικά ένα αίσθημα αξιοπερίεργης προσμονής για το που θα οδηγήσει όλο αυτό, πριν τα σκόρπια κομμάτια του λάβουν τη μορφή ενός σχηματικού puzzle, βγαλμένου θαρρείς μέσα από (φροντισμένα, σε κάθε περίπτωση) ενημερωτικά φυλλάδια μιας ΜΚΟ.
Επιχειρώντας να θίξει το κοινωνικό αδιέξοδο του εμφυλίου πολέμου, καθώς είτε εύποροι είτε φτωχοί Σύριοι καταλήγουν να έχουν παρόμοια θλιβερή μοίρα εάν ανήκουν στο «λάθος» στρατόπεδο, ο Αμερικανός σκηνοθέτης και ακτιβιστής καταφεύγει σε απολύτως μανιχαϊστικές απαντήσεις για τα ηθικά διλήμματα των ηρώων του. Ο πλέον επαίσχυντος είναι (ασφαλώς) ο διακινητής του Ομάρ Σι, ο οποίος διαμένοντας στη Σμύρνη της Τουρκίας έχει ανοίξει μπίζνα παράνομου περάσματος προσφύγων προς την Ελλάδα, αφενός με το αζημίωτο και αφετέρου δίχως καμία άλλη έγνοια πέραν των… ζεστών μετρητών. Ως εκ τούτου, οι αθώοι καλοί υποφέρουν από τους ένοχους κακούς, ρίχνοντας στη συνταγή του δράματος έντονο διδακτισμό, ωσάν να επιχειρείται να εξηγηθεί στους μεν Ευρωπαίους τι συμβαίνει… μέσα στο σπίτι τους και στους δε Αμερικανούς να δοθεί μια γενική, όσο και εντελώς απλοποιημένη εικόνα του προβλήματος.
Από την ανωτέρω συνθήκη δεν ξεφεύγει η ντόπια παράμετρος του στόρι, καθώς ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (σε ρόλο κυβερνήτη σκάφους της ελληνικής ακτοφυλακής με ανεπτυγμένο το αίσθημα της αυτοθυσίας) κάνει τον Χαβιέρ Μπαρδέμ από «The Last Face» (2017) να μοιάζει με… τουρίστα της αφρικανικής σαβάνας που φόρεσε στολή των Γιατρών Χωρίς Σύνορα! Η άδολη προσήλωσή του στη σωτηρία των πάντων είναι ασφαλώς αξιέπαινη, εν τούτοις, στουκάρει με τα πολλά και διάφορα που κατά καιρούς έχουμε διαβάσει σε εκθέσεις διεθνών οργανισμών σχετικά με τη δράση του Λιμενικού μας σε περιπτώσεις διακίνησης.
Τούτη η διόλου διεισδυτική ματιά σε μία (τουλάχιστον) αμφιλεγόμενη τοπική συνθήκη δεν μπορεί παρά να προβληματίσει για τα υπόλοιπα της πλοκής, που (για εμάς) δεν είναι τόσο τοπικά (και ως εκ τούτου κάπως πιο άγνωστα). Πόσω μάλλον όταν απουσιάζει η πολυπλοκότητα του ξεριζωμού αλλά και οι γεωπολιτικές ρίζες του δράματος, σε συνδυασμό με την (ανύπαρκτη) κριτική στην ευρωπαϊκή προσέγγιση του προσφυγικού προβλήματος. Ένας άσπλαχνος λαθροδιακινητής κι ένας αμείλικτος καθεστωτικός μοιάζουν να αρκούν (;), ώστε να εντοπιστεί η πηγή του κινδύνου.


