Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

«Ο Βυσσινόκηπος»: Πλονζόν στον καναπέ και την κωμικοφάνεια

«

Ο Εκτορας Λυγίζος στην προσπάθειά του να αποτινάξει από τη σκηνική του ανάγνωση κάθε ίχνος από την παρακαταθήκη της νατουραλιστικής, φαινομενολογικής προσέγγισης του Στανισλάβσκι, που κυριαρχούσε για δεκαετίες στο ελληνικό θέατρο και τόνιζε μονομερώς την τραγικότητα των τσεχοφικών χαρακτήρων, πήγε χωρίς αντίβαρα στο άλλο άκρο, αυτό της αναίτιας κωμικοφάνειας. Μα, αλήθεια όμως, η στοιχειώδης εμπειρία του βίου δεν διδάσκει άπαντες ότι το κωμικό και το τραγικό είναι οι δύο όψεις του νομίσματος της ζωής; Οτι για να εξαργυρώσεις κωμικά μια ατάκα, μια σκηνή, μια παραστασιακή συνθήκη, χρειάζεται προηγουμένως να έχεις ρευστοποιήσει την τραγική επένδυσή της; Ο Τσέχοφ φωτίζει τις κωμικές (και συχνά γελοίες) διαστάσεις του ανθρώπινου βίου για να αναδείξει την τραγική σκιά του. Δεν γράφει κωμωδίες για να χαχανίσει ο κόσμος. Γράφει έργα με την υπόδειξη «κωμωδία», για να απεικονίσει την πομπώδη σοβαροφάνειά μας, την ατελεύτητη αυτοαναφορικότητά μας, τη σπασμωδική αυτοεπίγνωσή μας, εν τέλει, την κατά Μιχαήλ Μπαχτίν «σπουδαιογελοιότητά» μας.

Είναι γεγονός ότι όλοι οι καλλιτέχνες βιώνουν την «πίεση του ανείπωτου που θέλει να ειπωθεί», όπως έγραφε ο Ρολάν Μπαρτ. «Ο Βυσσινόκηπος» του Εκτορα Λυγίζου βρίθει αδύναμων αντιστίξεων και μεγαλεπήβολων προθέσεων που προδίδονται από το σκηνικό αποτέλεσμα. Η σκηνοθετική του ανάγνωση αποδίδει τη γεμάτη προσδοκίες και μνήμες επιστροφή της αριστοκρατικής Λιουμπόφ Αντρέγεβνα (Αμαλία Μουτούση) στο πατρικό της σπίτι με ένα χοντροκομμένο πλονζόν της στον καναπέ του καθιστικού και συνεχείς κυβιστήσεις πάνω στο γούνινο χαλί του πατώματος. Η έμπειρη και σκηνικά εύπλαστη ηθοποιός υπηρετεί και εκτελεί κατά γράμμα τις άστοχες σκηνοθετικές οδηγίες καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, εκθέτοντας εαυτόν σε βαθμό συγκινητικής καλλιτεχνικής αυταπάρνησης.

Ομοίως, ο σκηνοθέτης καθοδηγεί την επιπόλαιη και φιλόδοξη υπηρέτρια Ντουνιάσα (Κατερίνα Πατσιάνη) προς μία υπερβολική σωματικότητα και εκφορά λόγου που παραπέμπει σε άτεχνα σκετς των βιντεοταινιών του ‘80, ενώ πνίγει τον Επιχόντοφ (Φοίβος Συμεωνίδης) μες στη μονοσήμαντη αδεξιότητά του και σχεδόν “σβήνει” τον ευγενικής καταγωγής, πλην ανεπρόκοπο Λεονίντ Αντρέγεβιτς (Γιάννης Κλίνης) μες στην ατέρμονη πολυλογία του.

Ο Εκτορας Λυγίζος κρατά για τον εαυτό του τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Λοπάχιν – ο οποίος ανέρχεται τάχιστα στην κοινωνική και οικονομική κλίμακα του τόπου, μέχρι που περιέρχεται στα χέρια του ο χρεοκοπημένος βυσσινόκηπος – παίζοντας ουσιαστικά την ερμηνευτική αμηχανία του, ενώ η Μαρία Μοσχούρη (Ανια, κόρη της Λιουμπόφ) χρειάζεται κατεπειγόντως να δουλέψει το ηχόχρωμα της φωνητικής της έκφρασης.

Σε αυτόν τον στέρφο «Βυσσινόκηπο», διατηρούν τους ερμηνευτικούς χυμούς τους ο Γιώργος Ζιάκας, στον ρόλο του φιλόδοξου υπηρέτη Γιάσα, η Σοφία Κόκκαλη στον ρόλο της εργατικής και πιστής στο καθήκον ψυχοκόρης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, εδώ αγνώριστος ως ιδεαλιστής φοιτητής Πέτια Τροφίμοφ, και φυσικά η πάντα καθηλωτική Ράνια Οικονομίδου (σε διπλή διανομή η Υβόννη Μαλτέζου) στον μικρό αλλά καθοριστικό ρόλο της γηραιάς υπηρέτριας του σπιτιού Κυρίας Φιρς.

Το εντυπωσιακό, ως αρχική εντύπωση, σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου με τις τεράστιες βυσσινιές στο φόντο, αποδεικνύεται μάλλον δυσλειτουργικό, έτσι όπως πατάνε πάνω στους καναπέδες οι ηθοποιοί για να περάσουν στον κήπο. Εκείνο δε το καλοριφέρ στο σαλόνι, πραγματικά σπάει το φράγμα του τσεχοφικού ρεαλισμού. Τα σύγχρονα κοστούμια της Άλκηστης Μάμαλη είναι στη γνωστή λογική του mix & match, ενώ οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη δημιουργούν τοπία ποιητικού ρεαλισμού, σε μια παράσταση συνολικά μάλλον αντιποιητική.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/culture/plonzon-ston-kanapecrkai-tin-komikofaneia/ ανήκει στο θέατρο – ΤΟ ΒΗΜΑ .