Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΨΙΔΑΣ

Έχοντας επιλεγεί από την επιτροπή του Γάλλου Προέδρου Φρανσουά Μιτεράν ως ο έχων καταθέσει την καλύτερη πρόταση για την ανέγερση της Arche de la Défense, ο Δανός αρχιτέκτονας Γιόχαν Ότο φον Σπρέκελσεν ξεκινά την υλοποίηση του έργου. Σύντομα, όμως, ανακαλύπτει πως οι πολιτικές και συναδελφικές κόντρες μπορούν να βάλουν τρικλοποδιά στο όραμά του.

Πριν ακολουθήσει καριέρα σκηνοθέτη κινηματογραφικών ταινιών, ο Στεφάν Ντεμουστιέ εργαζόταν στο γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού γυρίζοντας ντοκιμαντέρ αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος. Ως εκ τούτου, κατέχει γνώση σχετικά με τη θεματολογία της νέας του ταινίας, γεγονός που όχι μόνο φαίνεται σε κάθε της πτυχή, αλλά δύναται να μετατρέψει μία (φαινομενικά) όχι και τόσο ελκυστική βασική ιδέα σε μελέτη περί ακεραιότητας και επαγγελματικής συνείδησης. Δεν φτάνει την… αρχιτεκτονική υπεροχή του «Χαλύβδινες Ψυχές» (1948), αλλά από το (κινούμενο σε παρόμοιο μήκος κύματος) «The Brutalist» (2024), κατά τη γνώμη μου, είναι σημαντικά πιο εύστοχο.

Βασισμένο στο μυθιστόρημα της Λοράνς Κασέ «La Grande Arche» (εκδόθηκε το 2016), το φιλμ μοιάζει εκ πρώτης όψεως να αποτελεί κάτι σαν δίδυμο αδελφάκι του πρόσφατου «Άιφελ» (2021). Ευτυχώς, δεν κάνει το σφάλμα της παρεκτροπής σε άσχετα αισθηματικά μονοπάτια, αλλά μένει προσηλωμένο στη διαδικασία κατασκευής της Μεγάλης Αψίδας, παρουσιάζοντάς την όχι υπό το πρίσμα του πολιτιστικού θριάμβου (όπως έστεκε ο Tour Eiffel), αλλά ως το χρονικό μιας αποτυχίας που συνέτριψε τον εμπνευστή της.

Ο Δανός αρχιτέκτονας, ο οποίος ανέλαβε να δώσει στα 1983 σάρκα και οστά στο όραμα του Προέδρου Μιτεράν, ώστε έξι χρόνια μετά (οπότε και θα συμπληρώνονταν διακόσια χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση) να υπήρχε ένα νέο μνημείο – ορόσημο στην πόλη του Παρισιού, παρουσιάζεται στο φιλμ ως ένας «άγνωστος» ο οποίος εμφανίστηκε από το πουθενά, αρπάζοντας από τους ντόπιους ένα σπουδαίο γαλλικό έργο. Η εναρκτήρια σεκάνς που επιχειρεί να επιβεβαιώσει τη συγκεκριμένη προσέγγιση, βάζοντας τον αρμόδιο σύμβουλο του Μιτεράν να τηλεφωνεί στην Πρεσβεία της Δανίας, είναι ελαφρώς άτσαλη, όμως, από τη στιγμή που ο φον Σπρέκελσεν εντοπίζεται να… ψαρεύει κάπου στην πατρίδα του το νερό μπαίνει στ’ αυλάκι.

Φτάνοντας μετά της συζύγου του στο Παρίσι προκειμένου να γνωριστεί με τον Πρόεδρο και να πιάσει δουλειά, γίνεται σαφές πως βλέπει τον «Κύβο» του (όπως επιμένει να αποκαλεί αυτό που όλοι αναφέρουν ως Αψίδα) ως την κορύφωση του αρχιτεκτονικού του έργου, από το οποίο δεν είναι πρόθυμος να παρεκκλίνει ούτε εκατοστό. Σύντομα, εν τούτοις, από την πρόσληψη σε ρόλο δεξιού χεριού του αρχιτέκτονα Πολ Αντρέ (υπεύθυνου σχεδιασμού του φουτουριστικού terminal στο αεροδρόμιο Σαρλ ντε Γκολ), μέχρι την ήττα του Μιτεράν στις βουλευτικές εκλογές του 1986, ο φον Σπρέκελσεν συνειδητοποιεί πως έχει παγιδευτεί ανάμεσα σε αντικρουόμενα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, τα οποία (αργά και σταθερά) τον οδηγούν προς την παράνοια.

Καταφέρνοντας να αναπαραστήσει την κατασκευή του «Κύβου» σε κάθε στάδιο δημιουργίας, συνδυάζοντας βαθιά ειρωνεία με λανθάνουσα τραγωδία, ο Ντεμουστιέ βγάζει το καπέλο στο επαγγελματικό πάθος, την ειλικρίνεια και το ήθος του φον Σπρέκελσεν. Περιγράφει με λεπτομέρειες (που δεν χρειάζονται αρχιτεκτονικές γνώσεις ώστε να γίνουν κατανοητές) τις καθημερινές αντεγκλήσεις, τις κερδισμένες μάχες και τις προδοτικές ήττες του αρχιτέκτονα, ωσάν η ανέγερση της Αψίδας να ήταν ένας εκατέρωθεν πόλεμος νεύρων, όπου στο τέλος θα κέρδιζε όχι ο πιο ικανός αλλά ο πιο ευέλικτος. Υπό αυτό το πρίσμα, είναι ολοφάνερο το που θα οδηγήσει την όλη κατασκευή η αδιαλλαξία του «άγνωστου» Δανού, ακόμη κι αν δεν γνωρίζεις το τέλος της ιστορίας ή δεν έχεις δει ποτέ φωτογραφία της Défense!

Σε ότι αφορά τις ρίζες του υπέρμετρου εγωισμού ενός «άσημου» Δανού που εργάζεται εκτός έδρας (και ο οποίος σαρκαστικά παραδέχεται πως μέχρι τότε δεν είχε σχεδιάσει παρά τέσσερις εκκλησίες και το σπίτι του!), το σενάριο του Ντεμουστιέ δεν έχει απαντήσεις. Ο αρχιτέκτονας φον Σπρέκελσεν σκιαγραφείται άριστα ως καταρτισμένος αρχιτέκτονας, εν τούτοις, ως άνθρωπος παραμένει πάντοτε ένας άγνωστος. Δεν ξέρω αν η εξήγηση του φουσκωμένου του εγώ οφείλεται σε μια κάποια ιδιόρρυθμη (ή παραγνωρισμένη) αρχιτεκτονική του ιδιοφυία. Σαφής απάντηση δεν υπάρχει, παρά την έξυπνη πάσα που σε μια αποστροφή του λόγου δίνει ο ιδιοκτήτης του λατομείου της Καράρα στην Ιταλία: «Χαλάρωσε, μεγάλε, διότι ακόμα και ο Μικελάντζελο δεν ανακάλυψε κάτι από μόνος του. Τα μάρμαρα τα βρήκε εδώ, έτοιμα!» (…σε ελαφρώς ελεύθερη μετάφραση, που όμως θαρρώ πως αντικατοπτρίζει το πνεύμα της συνομιλίας).

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/l-inconnu-de-la-grande-arche/ ανήκει στο FreeCinema .