Skip to content

«Σκεφθείτε, γράφω ένα θεατρικό έργο… Είναι κωμωδία κι έχει τρεις γυναικείους ρόλους, έξι αντρικούς, τέσσερις πράξεις, ένα τοπίο (θέα σε λίμνη), πολλές λογοτεχνικές συζητήσεις, λίγη δράση και πέντε καντάρια έρωτα». Με αυτές τις φράσεις, τον Οκτώβριο του 1895, ο Αντον Τσέχοφ περιέγραφε στον φίλο του Αλεξέι Σουβόριν το νέο του θεατρικό έργο. Επρόκειτο για τον εμβληματικό «Γλάρο».ότι δεν είναι μια υπόθεση λάμψης, αλλά αντοχής.

Photo Credits: Ανδρέας Σιμόπουλος

Photo Credits: Ανδρέας Σιμόπουλος

Photo Credits: Ανδρέας Σιμόπουλος

Και αυτό ήταν μια δύναμη τότε. Ετσι κι εγώ επιδιώκω μανιωδώς να συνεργάζομαι με νέα παιδιά. Την Αναστασία Γαλερού-Βλάσση, που υποδύεται στην παράσταση τη Νίνα, τη συνάντησα για πρώτη φορά όταν ήταν 16 ετών. Ηθελε να τη βοηθήσω να μπει σε δραματική σχολή.

Τελείωσε το Θέατρο Τέχνης. Το φθινόπωρο έπαιξε μαζί μου στην “Κλυταιμνήστρα” της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Με τον Δημήτρη Τσίκλη, που υποδύεται τον Κονσταντίν, συναντιόμαστε επίσης για δεύτερη φορά, μετά την παράσταση “Το χελιδόνι” του Γκιλιέμ Κλούα. Νομίζω ότι όσοι άνθρωποι φοβούνται τους νέους είναι δυστυχείς. Και θεωρώ ότι αυτό είναι και ένα μήνυμα που θέλει να περάσει ο Γιώργος σε αυτή την παράσταση. Ενα μήνυμα ενάντια στο όποιο κατεστημένο κόβει τα φτερά των νέων ανθρώπων».

Ο Γιώργος Βάλαρης συμφωνεί. «Εστιάζω κυρίως στην έννοια της εξουσίας μέσα στις σχέσεις – κοινωνικές, συναισθηματικές, καλλιτεχνικές, ακόμη και ερωτικές» αναφέρει. «Στον “Γλάρο” οι άνθρωποι δεν αγαπούν απλώς, αλλά διεκδικούν, διαμορφώνουν, επηρεάζουν, πολλές φορές καθορίζουν τον άλλον. Υπάρχει η σχέση ωριμότητας και νεότητας, εμπειρίας και αθωότητας, καθοδήγησης και χειραγώγησης.

Φωτίζω, λοιπόν, τη στιγμή που η αθωότητα συγκρούεται με τον κόσμο των ενηλίκων και την κοινωνία – και συχνά συνθλίβεται. Οχι με διδακτισμό, αλλά με μια σιωπηλή ένταση. “O γλάρος” γίνεται έτσι ένα έργο για το πώς η επιθυμία για αναγνώριση μπορεί να μετατραπεί σε παγίδα. Και το πώς η τέχνη, αντί να λυτρώνει, μπορεί να γίνει το πεδίο μιας επικίνδυνης μύησης. Αυτή η διάσταση με απασχολεί βαθιά, γιατί σήμερα – περισσότερο από ποτέ – οι σχέσεις ισχύος είναι πιο σύνθετες, πιο συγκαλυμμένες. Και ο Τσέχοφ, με την αθόρυβη ακρίβειά του, τις έχει ήδη καταγράψει».

«Ο Κονσταντίν στον “Γλάρο” μιλάει για “νέες φόρμες” στο θέατρο. Είναι αυτό το ζητούμενο σήμερα;» τον ρωτώ. «Και ναι και όχι» απαντά. «Δεν πιστεύω στις νέες μορφές ως αυτοσκοπό αλλά ως φυσική εξέλιξη. Πιστεύω στην ανάγκη τής κάθε εποχής για πρόοδο και αλλαγή. Οταν υπάρχει πραγματική ανάγκη, η μορφή θα βρεθεί. Το ελληνικό θέατρο συχνά ταλαντεύεται ανάμεσα στην ουσία και στην επίδειξη. Υπάρχουν στιγμές μεγάλης αλήθειας και στιγμές όπου η φόρμα γίνεται αυτοαναφορική. Σίγουρα κάθε εποχή αναδεικνύει νέα ταλέντα και τάσεις που έχουν να κάνουν με τη φόρμα, αλλά πάντα ο χρόνος είναι ο αμείλικτος κριτής».

Και εκείνος τελικά τι επιχειρεί σε αυτή την παράσταση; Ενα κλασικό ανέβασμα ή κάτι πιο «πειραγμένο»; «Η σκηνοθετική μου προσέγγιση δεν διαχωρίζει το κείμενο από τη φόρμα» απαντά. «Για εμένα η φόρμα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ σύγχρονη, γεννιέται από την ανάγκη του κειμένου και της εποχής. Δεν με ενδιαφέρει ένα “πειραγμένο” ανέβασμα για λόγους εντυπωσιασμού.

Με ενδιαφέρει ένα ζωντανό ανέβασμα με πολιτική θέση, που θεωρώ αναγκαία για την εποχή μας. Δεν επιχείρησα να αναπαραστήσω ρεαλιστικά μια ρωσική έπαυλη. Αντίθετα, κράτησα τον χώρο ως έχει, ωμό, εκτεθειμένο. Γιατί ο “Γλάρος” μιλάει για ανθρώπους εκτεθειμένους».

Το τρίτο κουδούνι σε λίγο θα χτυπήσει. Οι διαφορετικές γενιές θα «συγκρουστούν» στη σκηνή. Και κάπως έτσι, λίγο πριν τους αποχαιρετήσω, ρωτώ την Κατερίνα Διδασκάλου και τον Γιώργο Βάλαρη αν πλέον αισθάνονται, σε έναν βαθμό, οι ίδιοι κατεστημένο σήμερα στο ελληνικό θέατρο.

«Οχι» απαντά ο Γιώργος Βάλαρης. «Παρότι θα μπορούσε να πει κανείς πως, μετά από μια μεγάλη σε διάρκεια και επιτυχημένη πορεία στον χώρο και όντας σε ηλικία “κατεστημένου”, θα ένιωθα έτσι. Νιώθω όμως πάντα μαθητής σε αυτό το επάγγελμα και εύχομαι να νιώθω εσαεί έτσι».

Η Κατερίνα Διδασκάλου γελάει. «Από τη φύση μου, νομίζω δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω κατεστημένο» λέει. «Δεν ανήκα ποτέ σε καμία καλλιτεχνική παρέα. Δεν με κάλεσαν ποτέ για μια δημόσια θέση. Κάνω μια μοναχική πορεία με ανθρώπους που εκτιμώ. Και καθώς τα χρόνια περνούν, βρίσκω στον δρόμο μου όλο και καλύτερους συνεργάτες. Κρατώ πάντα μια φράση του πατέρα μου: “Είμαστε τόσο ευτυχέστεροι όσο μεγαλύτερο ποσοστό ελευθερίας περισώζουμε”. Και αυτό δεν συνάδει με το να γίνεις κατεστημένο».

INFO

«Ο γλάρος ή η ικανότητα να αντέχεις»: Xώρος «ΦΙΑΤ» (λεωφ. Ανδρέα Συγγρού 114, Κουκάκι), Τετάρτη έως Κυριακή.

Προπώληση εισιτηρίων για την παράσταση στο in tickets.

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.tovima.gr/print/vimagazino/sta-ftera-lftou-glarou/ ανήκει στο θέατρο – ΤΟ ΒΗΜΑ .