Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Πράγα, αρχές 20ου αιώνα. Ο Φραντς Κάφκα διχάζεται ανάμεσα στην εξουσία του απαιτητικού πατέρα του, τη ρουτίνα της δουλειάς και τη λαχτάρα για καλλιτεχνική έκφραση. Καθώς τα γραπτά του βρίσκουν τους πρώτους αναγνώστες τους, η αντιφατική ζωή του δείχνει να μπαίνει σε μια κάποια σειρά… η οποία δεν συμβαδίζει απαραίτητα με την πλοκή τούτης της ταινίας.

Αποφασισμένη να απομακρυνθεί από την υποψία και μόνο πως ο δικός της «Κάφκα» θα διατηρεί τη μορφή μιας τυπικά γυρισμένης βιογραφίας, η βετεράνος Πολωνή auteur Ανιέσκα Χόλαντ πετυχαίνει κάτι το ακούσια ειρωνικό. Θαρρώ πως η ταινία της θα σχημάτιζε στο πρόσωπο του Τσεχοσλοβάκου συγγραφέα ένα σαρδόνιο χαμόγελο, καθώς με ικανοποίηση θα διαπίστωνε πως έναν σχεδόν αιώνα μετά την έκδοση του πρώτου του έργου ουδείς στέκει ικανός να τιθασεύσει το όνομά του, κάνοντας την προσωπικότητά του να δείχνει άπιαστη και ακατανόητη. Θα το έλεγες και… καφκικό!

Λειτουργώντας ως ένα καλειδοσκόπιο των βασικών πτυχών της ζωής του Φραντς Κάφκα, οι οποίες κυμαίνονται από τη μονότονη εργασία μέχρι τη λογοτεχνική δημιουργικότητα και τις δύσκολες σχέσεις, το φιλμ αποκτά τη μορφή ενός πειράματος που αν και στον τίτλο του φέρει την επικεφαλίδα «βιογραφία», καταλήγει να ξεδιπλώνεται ως ένα μπερδεμένο, μεταμοντέρνο θεατρικό έργο. Ο πρωταγωνιστής της «παράστασης» είναι ασφαλώς ο ίδιος ο συγγραφέας (και η λογοτεχνική παρακαταθήκη του), με αμφότερες τις έννοιες να μετακινούνται δεκαετίες μπρος και πίσω, επιχειρώντας ν’ ανιχνεύσουν το έργο του είτε από τη σκοπιά της πρωτοπόρου Τέχνης, είτε από εκείνη της αδηφάγας pop κουλτούρας. Η αδιαφορία για οποιαδήποτε χρονολογική συμφωνία μεταφέρει με ευκολία τη δράση από τα μπουρδέλα της Πράγας και τα λογοτεχνικά καφενεία του 1910 στη σύγχρονη πρωτεύουσα της Τσεχίας, όπου ορδές τουριστών σπεύδουν να «προσκυνήσουν» το είδωλό (;) τους, τρώγοντας burger που φέρουν το όνομά του!

Η αντίφαση που προκύπτει από τη σαφή υπογράμμιση της νίκης του καταναλωτισμού έναντι της πολιτιστικής αξίας παρουσιάζεται με έναν σαφέστατα μεταφορικό τόνο (που τείνει προς τον διδακτισμό…), σημειολογία που είμαι βέβαιος ότι ο Κάφκα απεχθάνονταν. Υπερθεματίζοντας την πειραματική αφηγηματική της διάθεση, η Χόλαντ βάζει τους ηθοποιούς της να «σπάνε» τον τέταρτο τοίχο σε κάθε εποχή και υπό οποιαδήποτε συνθήκη, πασχίζοντας να δώσουν χειροπιαστή έννοια στον όρο «καφκικό». Η προσέγγιση τούτη, αν και λειτουργεί με τρόπο αβανταδόρικο, δεν προκαλεί και τόσο το επιθυμητό αίσθημα παραλογισμού, μα περισσότερο μοιάζει σαν κάποια σκόρπια project περί του βίου και της επιρροής του Κάφκα να μπερδεύτηκαν στο… PowerPoint.

Μέσα σε αυτό το αγχωτικά ατακτοποίητο χάος μάχεται να αναδυθεί η προσωπικότητα του Κάφκα, για τον οποίο εάν κάτι μένει ως αίσθηση είναι πως αφενός τυραννήθηκε από τον υπέρμετρα αυστηρό πατέρα του (που τον έβλεπε μονάχα ως υπάλληλο γραφείου), αφετέρου ήταν ιδιαίτερα άστατος στα αισθηματικά του. Η συγγραφική του ιδιοφυία, παραδόξως, μένει καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ στο παρασκήνιο, καθώς αυτή μοιάζει να προκύπτει περισσότερο ως αποτέλεσμα μιας «αόρατης» ψυχικής ασθένειας, παρά ως ανάγκη έκφρασης των ανασφαλειών (τόσο των δικών του, όσο και της ευμετάβλητης περιόδου που προηγήθηκε και ακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Ο αναστοχασμός πάνω στο έργο του εισέρχεται με τρόπο που απλά βάζει… σφραγίδα γνησιότητας στην απολυταρχική δυστοπία η οποία κατέφθανε φουριόζα (όπως προέβλεψαν τα κείμενά του), λειτουργώντας και ως «οδηγός εισαγωγής για αρχάριους» στο καφκικό σύμπαν. Κάπου εκεί, βέβαια, εντοπίζεται το μεγαλύτερο πρόβλημα του φιλμ. Ο θεατής που γνωρίζει καλά από Κάφκα δεν θα δει τίποτα που αγνοούσε, ενώ εκείνος που ελάχιστα ξέρει γι’ αυτόν, το μόνο που θα αποκομίσει είναι πως ο πατέρας του ήταν υπέρ του δέοντος άξεστος και δεσποτικός.

Το πρωτότυπο άρθρο https://freecinema.gr/movies/franz/ ανήκει στο FreeCinema .