Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

«Διάβολοι και άγιοι» του Ζαν-Μπατίστ Αντρεά: Εκλάμψεις όμορφης γραφής

Τον Ζαν-Μπατίστ Αντρεά

Το ερώτημα λοιπόν είναι αν ο Αντρεά έχει μέσα του μια μονάχα αρχέτυπη ιστορία, την οποία σερβίρει κάθε φορά σε διαφορετικό αμπαλάζ. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό, είναι όμως περιοριστικό και επικίνδυνο: γιατί η συνταγή που λειτούργησε πολύ καλά στο πρώτο έργο δεν σημαίνει ότι θα λειτουργήσει το ίδιο και στο επόμενο. Ο Αντρεά έχει ένα απλό, παραδοσιακό αφηγηματικό ύφος που φέρνει λίγο σε Ντίκενς, είναι ευαίσθητος αν και συχνά γλυκερός, αλλά στο Να την προσέχει η ισορροπία έρχεται από τις γωνίες που κρύβει. Στο Διάβολοι και άγιοι όμως αυτές οι γωνίες έχουν λειανθεί αρκετά. Επιπλέον, ο αναγνώστης συναντάει πολλές σκηνές που μοιάζουν γνώριμες από άλλα βιβλία ή κινηματογραφικά σενάρια, (από το Shawshank redemption του Στίβεν Κινγκ και το Nickel Boys του Κόλσον Γουάιτχεντ μέχρι ακόμα και τη γνωστή ρομαντική κομεντί Notting Hill). Αυτό υποδηλώνει μια υστέρηση από πλευράς πρωτοτυπίας και μια διάθεση μιμητισμού που λειτουργεί υπονομευτικά για τη γραφή του.

Υπάρχουν βεβαίως και στοιχεία που μου αρέσουν αρκετά: για παράδειγμα το παιχνίδι του Αντρεά με την πολυεπίπεδη έννοια του ήχου, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κάποιος ότι η μουσική βρίσκεται στο νοηματικό επίκεντρο του βιβλίου. Ο Μόμο ας πούμε, ο επιληπτικός πιτσιρικάς που βρίσκεται υπό την προστασία του Τζοζέφ επειδή είναι μουγγός. Ο έντονος υπόκωφος γδούπος που ακούγεται από τους λόφους κάθε τόσο και οφείλεται στην πίεση αέρα στο υπόγειο σιδηροδρομικό τούνελ που διασχίζει τα Πυρηναία. Ο Ρότενμπεργκ, ο Εβραίος καθηγητής πιάνου του Τζοζέφ που επιβίωσε από το Άουσβιτς παίζοντας πιάνο στο μυαλό του, πατώντας πλήκτρα στον αέρα που δεν έβγαζαν ήχο.  Όλα αυτά αποτελούν ουσιαστικά εναλλαγές μεταξύ της σιωπής και των διαφόρων μορφών ήχου που την διασπά. Η συχνότητα αυτών των εναλλαγών είναι που δημιουργεί τον ρυθμό, που ο Ρότενμπεργκ εξηγεί στον νεαρό Τζοζέφ ότι αποτελεί την ουσία πίσω από μια μουσική σύνθεση και που ο Αντρεά επιχειρεί να προσαρμόσει στον δικό του, αφηγηματικό ρυθμό.

Επίσης, έχει αρκετές δυνατές σκηνές που ισορροπούν στην επικίνδυνη δοκό του μελοδράματος αλλά τελικά «προσγειώνονται» με ασφάλεια και επιδεικνύουν μία κινηματογραφική αίσθηση (κάτι που βεβαίως δεν αποτελεί έκπληξη, ο Αντρεά έχει εργαστεί στον κινηματογράφο ως σεναριογράφος).

Είναι λοιπόν το τελευταίο μυθιστόρημα του Γάλλου ένα ευπρεπέστατο αφήγημα για ευαίσθητες ψυχές που, αν και φλερτάρει συχνά με τα κλισέ και έχει έναν ξεκάθαρα εμπορικό προσανατολισμό, καταφέρνει ενίοτε να επιφέρει ειλικρινή συναισθήματα συγκίνησης. Είναι πιο λίγο από κάθε άποψη σε σχέση με το Να την προσέχει (λιγότερο φιλόδοξο, λιγότερο «γωνιώδες», λιγότερο πρωτότυπο), αλλά παραμένει αξιόλογο με εκλάμψεις όμορφης γραφής. Αυτό κρατάω και με αυτό θα κλείσω, με την πιο όμορφη πρόταση στο βιβλίο, όταν ο νεαρός Τζοζέφ ακούει για πρώτη φορά τον μεγάλο του δάσκαλο να παίζει πιάνο επιστρατεύοντας την εμπειρία μιας ζωής, το απόσταγμα των βιωμάτων από το Άουσβιτς, και περιγράφει το συναίσθημα που του προκάλεσε η μελωδία:

«Είδα έναν αετό να κατεβαίνει και να υφαίνει μια γαλανή δαντέλα στην επιφάνεια μιας λίμνης». Αν ποτέ γράψω βιβλίο μυθοπλασίας, ομολογώ ότι θα την κλέψω αυτή την ατάκα.  

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.elculture.gr/diavoloi-kai-agioi-tou-zan-batist-antrea-eklampseis-omorfis-grafis/ ανήκει στο
ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός

.