Skip to content
Λιγότερο απο 1 λεπτό Διάρκεια άρθρου: Λεπτά

Γιατί δεν χωράω πουθενά; Μαθήματα μοναξιάς από τον Έρμαν Έσσε

Έρμαν Έσσε –  Ο Λύκος της Στέπας: Ένα μανιφέστο για τους «Ξένους» αυτού του κόσμου.

Υπάρχουν βιβλία που διαβάζεις και ξεχνάς, και υπάρχουν βιβλία που λειτουργούν σαν καθρέφτης, αποκαλύπτοντας κομμάτια του εαυτού σου που φοβόσουν να κοιτάξεις. Ο «Λύκος της Στέπας» του νομπελίστα Έρμαν Έσσε ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Γραμμένο το 1927, σε μια εποχή μεσοπολεμικής κρίσης, το έργο παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο. Αφηγείται την ιστορία του Χάρι Χάλερ, ενός μοναχικού διανοούμενου που νιώθει διχασμένος ανάμεσα στην ανθρώπινη, κοινωνική του φύση και σε μια άγρια, λυκίσια πλευρά που απεχθάνεται τους συμβιβασμούς της αστικής ζωής.

Για όποιον έχει νιώσει ποτέ «ξένος» μέσα στο πλήθος, για όποιον βλέπει την πραγματικότητα με διαφορετικά μάτια και ασφυκτιά μέσα στη ρηχότητα της καθημερινότητας.

Χρήσιμα στοιχεία για το έργο

Πριν διαβάσετε τα αποσπάσματα, αξίζει να γνωρίζετε τα εξής:

  • Η κεντρική ιδέα: Ο «Δυϊσμός». Η πάλη ανάμεσα στο πνεύμα (Άνθρωπος) και το ένστικτο/απομόνωση (Λύκος). Στην πορεία του βιβλίου, ο ήρωας μαθαίνει ότι η ψυχή δεν έχει μόνο δύο, αλλά χιλιάδες πρόσωπα.

  • Η επιρροή του Γιούνγκ: Ο Έσσε έγραψε το βιβλίο επηρεασμένος βαθιά από την ψυχανάλυση και τη θεραπεία που έκανε με μαθητή του Καρλ Γιουνγκ. Το «Μαγικό Θέατρο» στο βιβλίο είναι μια βουτιά στο ασυνείδητο.

  • Το κοινό του: Αν και γράφτηκε για τη γενιά του ’20, το βιβλίο έγινε η «Βίβλος» της γενιάς των Hippies και των αμφισβητιών του ’60 και ’70, λόγω της απόρριψης του κομφορμισμού.

Ακολουθούν μερικά από τα πιο συγκλονιστικά αποσπάσματα που περιγράφουν την αγωνία, αλλά και τη λύτρωση του Λύκου της Στέπας.

Γιατί το βιβλίο «Ντέμιαν» του Έρμαν Έσσε θα έπρεπε να διδάσκεται στο σχολείο;

Έρμαν Έσσε – Ο Λύκος της Στέπας

Όποιος έχει γευτεί εκείνες της μέρες.. με τον φριχτό πονοκέφαλο που ριζώνει πίσω απ’ τις κόρες των ματιών και σε κάνει- σε κάνει να καταριέσαι φρικτά κάθε κίνηση του ματιού και του αυτιού από απλή ευχαρίστηση στον πόνο. Όποιος λοιπόν γεύτηκε αυτές τις μέρες της κόλασης, είναι ευχαριστημένος με μέρες κοινές σαν τη σημερινή και γεμάτος ευγνωμοσύνη κάθεται δίπλα στη ζεστή σόμπα…

Κι αν πράγματι ο κόσμος είχε δίκιο, αν αυτή η μουσική στα καφενεία, αν αυτές οι μαζικές διασκεδάσεις, αν αυτοί οι άνθρωποι που είναι ικανοποιημένοι με τόσα λίγα, έχουν δίκιο, τότε εγώ έχω άδικο, τότε είμαι τρελός, τότε είμαι πράγματι ο λύκος της στέπας, όπως συχνά αποκαλούσα τον εαυτό μου, το ζώο που χάθηκε σ’ ένα κι ακατανόητο κόσμο, και δεν μπορεί να βρει μια πατρίδα, αέρα και τροφή.

Κάπου μακριά, σε πράσινες κοιλάδες κάποιοι υγιείς άνθρωποι καλλιεργούσαν σταφύλια και πάταγαν το κρασί για να μπορούν σε διάφορα μέρη του κόσμου, πολύ μακριά απ’ αυτούς, μερικοί απογοητευμένοι και σιωπηλοί αστοί, οι αμήχανοι λύκοι της στέπας, να βρίσκουν λίγο κουράγιο και λίγο κέφι μέσα στα ποτήρια τους. Ποιος θυμόταν εκείνο το μικρό λυγερόκορμο κυπαρίσσι ψηλά στο βουνό πάνω απ’ το Γκούμπιο, που μια κατολίσθηση το ‘χε τσακίσει στη μέση, κι’ όμως αυτό κρατήθηκε στη ζωή κι έβγαλε έναν καινούργιο βλαστό? Ποιος δικαίωνε την εργατική νοικοκυρά του πρώτου ορόφου και την πεντακάθαρη αροκάρια της? Ποιος διάβαζε τις νύχτες πάνω απ’ το Ρήνο τα συννεφογραψίματα της ομίχλης?

Ο λύκος της στέπας…

Και ποιος έψαχνε στα χαλάσματα της ζωής του κάποιο νόημα, ποιος υπέφερε το φαινομενικά ανόητο, ποιος ζούσε το φαινομενικά τρελό, ποιος ήλπιζε μυστικά μέσα στο τελικό χάος να βρει την αποκάλυψη και την ύπαρξη του θεού?

Στα σημάδια του λύκου της στέπας διέκρινες τον άνθρωπο της νύχτας. Το πρωί ήταν γι’ αυτόν μια άσχημη ώρα, που την φοβόταν και ποτέ δεν του είχε φέρει τίποτα καλό.

Όχι, δεν ήταν, για τίποτα που πέρασε δεν ήταν κρίμα. Κρίμα είναι μόνο για το σήμερα και το τώρα, για όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες και μέρες που έχανα, που υπέφερα μόνο, και οι οποίες ούτε δώρα έφερναν ούτε συγκινήσεις.

Είμαι περίεργος να δω πόσα μπορεί ν’ αντέξει ένας άνθρωπος. όταν φτάσω τα όρια της αντοχής, το μόνο που θα κάνω είναι ν’ ανοίξω την πόρτα και θά ‘χω σωθεί.

Ο αστός είναι έτσι απ’ τη φύση του, ένα πλάσμα με αδύναμο ζωτικό ένστικτο, φοβισμένο, που φοβάται ακόμα και στον εαυτό του να παραδοθεί.

Βλέπουμε ότι έχει ισχυρές παρορμήσεις, τόσο για να γίνει άγιος όσο και άθλιος, αλλά λόγω κάποιας αδυναμίας ή αδράνειας δεν κατάφερε να πάρει φόρα και να βγει στο ελεύθερο σύμπαν και παρέμεινε δεμένος στην τροχιά του μητρικού πλανήτη της αστικής κοινωνίας.

Να ζεις στον κόσμο σαν να μην ήταν ο κόσμος, να τηρείς τους νόμους κι όμως να είσαι υπεράνω τους, να κατέχεις ”σαν να μην κατέχεις”, ν’ απαρνιέσαι σαν να μην ήταν άρνηση.

Όμως τα πράγματα στη ζωή δεν είναι τόσο απλά όπως μέσα στις σκέψεις μας κι ούτε τόσο χοντροκομμένα όπως στη φτωχή μας γλώσσα των ηλιθίων.

Επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. Και θα’ πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο…

Σε μια στιγμή αμφιβολίας, ο Ντοστογιέφσκι είπε: «Καταντήσαμε να θεωρούμε την πραγματική ζωή σαν αγγαρεία, σχεδόν σαν ένα επάγγελμα και όλοι…»

Το πρωτότυπο άρθρο https://www.lavart.gr/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%AC%CF%89-%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%B5%CE%BD%CE%AC-%CE%BC%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1/ ανήκει στο Lavart .